Άλλο κοινωνική πολιτική ενάντια στην φτώχεια και άλλο φτωχοποίηση της κοινωνίας

04/06/18 • 19:40 | UPD 04/06/18 • 19:40

Τα τελευταία τρία χρόνια έχουμε γίνει θιασώτες μια συστηματικής ψυχολογικής προπαγάνδας που ακούει στο όνομα κοινωνική πολιτική της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Μιας τακτικής που στόχο έχει την σταδιακή φτωχοποίηση μεγάλων τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας μετατρέποντας εκατοντάδες χιλιάδες συμπολίτες μας σε πολίτες άμεσα εξαρτημένους από το κράτος.

Γράφει η Μαρία Καλπουζάνη*

Πολίτες που εγκλωβίζονται σε μια νοσηρή κατάσταση επιδοματικής εξάρτησης από το αρμόδιο Υπουργείο και από μια Κυβέρνηση που ταυτίζει την κοινωνική πολιτική με τα άμεσα εκλογικά οφέλη για την ίδια. Κοινωνικό μέρισμα, επίδομα κοινωνικής αλληλεγγύης σε άνεργους νέους, μείωση τιμολογίου του ρεύματος, λειτουργία 366 νέων παιδικών σταθμών, έκτακτες παροχές επιμισθίων σε ειδικές κοινωνικές ομάδες. Όλα τα παραπάνω εμφανίζονται κατά περιόδους ως παροχές για τη διαχείριση της ακραίας φτώχειας και την προστασία του κοινωνικού συνόλου. Τι συμβαίνει όμως στην πραγματικότητα και τι σημαίνουν για μια κοινωνία που διψά για οικονομική και εργασιακή ανάσταση;

Η Κυβέρνηση δίνει το πενιχρό κοινωνικό μέρισμα, αφού έχει προηγουμένως δημιουργήσει πρωτογενές πλεόνασμα-αποτέλεσμα της αφαίμαξης της μεσαίας τάξης. Προχωρά σε έκτακτες παροχές στους συνταξιούχους αφού προηγουμένως τις έχει πετσοκόψει είτε μέσω της μείωσης του αφορολόγητου είτε μέσω της κατάργησης επικουρικών συντάξεων και λοιπών βοηθημάτων. Στην ουσία αφαιρεί από την δεξιά τσέπη του συνταξιούχου δέκα για να του δώσει στην αριστερή τσέπη του τα μισά και στο τέλος να νιώθει και ευχαριστημένος! Με όρους ψυχολογικής προπαγάνδας η Κυβέρνηση παίρνει άριστα με τόνο καθώς οι αντιδράσεις της Κοινωνίας παραμένουν υποτονικές δείχνοντας μάλιστα και έναν βαθμό ανοχής στις παλινωδίες της Κυβέρνησης.

Από την άλλη, δίνει το έκτακτο επίδομα νεανικής αλληλεγγύης, αφού κάνει περικοπή του επιδόματος ανεργίας, και στο τέλος παραμένουν 9 στους 10 νέους χωρίς επίδομα ανεργίας απο τον ΟΑΕΔ. Κάνει έκπτωση στα τιμολόγια του ηλεκτρικού ρεύματος αφού καταργεί πλήρως το ενιαίο πολυτεκνικό τιμολόγιο και βάζει αυστηρά εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια στους πολύτεκνους για να τους αποκλείσει. Την ίδια ώρα, εξαιτίας της κακοδιοίκησης αλλά και της δήθεν κοινωνικής πολιτικής που ασκεί, μετατρέπει την ΔΕΗ σε οργανισμό έτοιμο να εκραγεί από τα χρέη τα οποία θα καταλήξουν για άλλη μια φορά να είναι χρέη του Έλληνα πολίτη.

Ο τυχοδιωκτισμός όμως φτάνει μέχρι και στο κατώφλι των παιδικών σταθμών. Για να βάλει περισσότερα παιδιά στους παιδικούς σταθμούς κόβει το ποσό που αναλογεί σε κάθε voucher ανά παιδί, και ουσιαστικά μειώνει τις υπηρεσίες που παρέχονται σε όλα τα παιδιά, ακόμη κα στο φαγητό ή στο υλικό που αφορά στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Στο τέλος, αυτό που καταφέρνει η Κυβέρνηση είναι να έχουν παραμείνει 35.000 παιδιά εκτός σταθμών και άλλα τόσα αναμένεται να μείνουν και την επόμενη χρονιά.

Τα παραδείγματα είναι αμέτρητα. Με αυτή την τακτική η κυβέρνηση στοχεύει στη διαμόρφωση ενός χαμηλού στάνταρ απαιτήσεων της παραγωγικής τάξης, καθώς και στην εμπέδωση του νοήματος του διαμοιρασμού και της διάχυσης μιας διαχωρίσιμης και ελεγχόμενης φτώχειας. Θέλει να εξαρτήσει πλήρως το κόσμο σε ένα κρατικό σύστημα πενιχρών παροχών, και επιδοτήσεων. Θέλει να κάνει το μαύρο άσπρο και να μας πείσει ότι το συμφέρον μας είναι ο συμβιβασμός μας με τη φτώχεια, την ανέχεια και την εξαθλίωση και οτι η επιβίωση μας πρέπει να συνδεθεί με τα κρατικά επιδόματα, τις κοινωνικές δομές του κράτους, της τοπικής αυτοδιοίκησης και των κρατικά αμειβόμενων μη κυβερνητικών οργανώσεων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα καταλαμβάνει τη δεύτερη χειρότερη θέση μεταξύ των χωρών της Ευρωπαικής Ένωσης που ζει κάτω απο τα όρια της φτώχειας, με πρώτη τη Βουλγαρία. Νέα έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για το φαινόμενο της ανέχειας, επισημαινοντας ότι λόγω των μειώσεων που πρόκειται να υπάρξουν στις συντάξεις το 2019 είναι υπαρκτός ο κίνδυνος ενός νέου κύκλου φτωχοποίησης της κοινωνίας, λόγω του νόμου Κατρούγκαλου. Και αυτό γιατί στη χώρα μας το σύστημα της κοινωνικής πρόνοιας καθορίζεται απο την παροχή των συντάξεων αφού οι συντάξεις αποτελούν δίχτυ προστασίας για τα μέλη της οικογένειας των δικαιούχων.

Η φτώχεια, όμως δεν αντιμετωπίζεται με επιδόματα και αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό στην κοινωνία αλλά:

με τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και ευκαιριών για τους ανέργους,
Με στοχευμένες πολιτικές βοήθειας σε αυτούς που το έχουν πραγματικά ανάγκη μαζί με ένα Εθνικό Σύστημα Υγείας που θα λειτουργεί αποτελεσματικά για να εξασφαλίζει ισότιμη πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας,
Με πρωτοβουλίες που θα βάλουν μπροστά τη μηχανή της οικονομίας και θα δημιουργήσοουν δουλειές που δεν θα είναι των 360 ευρώ αλλά θα προσφέρουν αμοιβές αντίστοιχες των ικανοτήτων των Ελλήνων,
Με την εφαρμογή των πολιτικών που προτείνονται απο την Πράσινη Βίβλο για τη φτώχεια και μένουν ανεφάρμοστες απο την κυβέρνηση,
Με μέτρα άμεσης εισοδηματικής ενίσχυσης σε αυτούς που τα χρειάζονται και με πολιτικές για τη σταδιακή τους επανένταξη στην αγορά εργασία και κατ’επέκταση στην οικονομική αυτονομία,
Με προγράμματα κατάρτισης και επανακατάρτισης ανέργων σε τομείς που υπάρχει δυνατότητα άμεσης απορρόφησης όπως είναι οι ψηφιακές τεχνολογίες, ο προγραμματισμός και οι υπηρεσίες διαδικτύου,
Με εθνική πολιτική «κανένα παιδί εκτός παιδικού σταθμού»,
Με δράσεις για τις λεγόμενες μικροπιστώσεις (μικροδάνεια) όπως εφαρμόστηκαν στη Γαλλία και έδωσαν την ευκαιρία σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που ζούσαν στο περιθώριο να δημιουργήσουν μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις και να ξεφύγουν απο την παγίδα της φτώχειας,
Με επέκταση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος για 800.000 συμπολίτες μας με κόστος 1 δις ετησίως αντί των 760 εκατομμυρίων σήμερα, όπως δεσμεύθηκε ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας Κυριάκος Μητσοτάκης.

Στόχος μιας σοβαρής εθνικής κοινωνικής πολιτικής είναι να μάθει σε κάθε πολίτη να ψαρεύει και όχι απλά να τον εφοδιάζει με ψάρια για να επιβιώσει σε συνθήκες φτώχειας. Στόχος μιας αποτελεσματικής εθνικής κοινωνικής πολιτικής είναι να συνδυαστεί με δράσεις εργασιακής και επιχειρηματικής ανάταξης της Κοινωνίας. Να νιώσει ο κάθε πολίτης που βιώνει το φάσμα της φτώχειας πως υπάρχει ελπίδα να δημιουργήσει ξανά, να επενδύσει ξανά, να δουλέψει στον τομέα που αγαπά και κατέχει εμπειρία.

Η επιστροφή των πολιτών σε συνθήκες υγιούς καθημερινότητας είναι η πρόκληση για την επόμενη δεκαετία. Και μια εθνική κοινωνική πολιτική που θα στηρίζεται πάνω σε αυτήν την φιλοσοφία και δυναμική δεν μπορεί να κάνει τίποτα άλλο παρά να πετύχει.

*H Μαρία Καλπουζάνη είναι Οικονομολόγος-Διεθνολόγος Μέλος Μητρώου Στελεχών Νέας Δημοκρατίας