Το χρονικό μίας προαναγγελθείσας βίας

26/05/18 • 08:08 | UPD 26/05/18 • 08:08

«Μου λένε ότι υποχρεώνομαι να έχω συνοδό. Εντάξει. Μα τι θα με κάνουν; Θα με γιαουρτώσουν; Ας με γιαουρτώσουν. Θα με δείρουν; Ας με δείρουν. Θα με σκοτώσουν; Ποιος; Γιατί;» («Ελευθεροτυπία», 2010).

Γράφει η Δέσποινα Κονταράκη*

«Αυτή η γενικευμένη ανομία είναι σαν να είσαι μέσα σε ένα αυτοκίνητο που τρέχει σε χωματόδρομο με λακκούβες. Και μπαμ και μπουμ και μπαμ και μπουμ, λες “τι γίνεται τώρα;”» («Βημαgazino», 2018).

Οκτώ χρόνια μετά την πρώτη απάντηση και λίγες εβδομάδες μετά τη δεύτερη, τα ρητορικά ερωτήματα του Γιάννη Μπουτάρη δεν έχουν απαντηθεί. Και ούτε πρόκειται, αλλά καλό είναι να τα θέτουμε ξανά. Διότι αυτό που συνέβη το 2018 στην πλατεία του Λευκού Πύργου είχε συμβεί υπό άλλες συνθήκες το 2010 στον Κωστή Χατζηδάκη στην Πανεπιστημίου.

Είχε συμβεί και το 2015 στον Γιώργο Κουμουτσάκο μπροστά στη Βουλή. Ο τραμπουκισμός και η βία λοιπόν δεν είναι ένας εφιάλτης που αφορά μόνο το δήμαρχο Θεσσαλονίκης, αλλά όλους τους πολίτες και τους πολιτικούς που έχουν δικαίωμα να κυκλοφορούν και να εκφράζονται ελεύθερα. Αλλά την ελευθερία δεν την ανέχθηκε ποτέ ο φασισμός.

Ας ξεκινήσουμε όμως από το θετικό: Αν κάτι καλό προκύπτει από τη βίαιη επίθεση στον Γιάννη Μπουτάρη είναι η ευκαιρία που δίνει σε όλους αυτούς που διαφωνούν μαζί του να τον υπερασπιστούν.

Πρόκειται για την ύψιστη πράξη δημοκρατίας, που δίνει ζωή στην περίφημη φράση του Βολταίρου, την οποία πολλοί την επικαλούνται, αλλά λιγότεροι την πιστεύουν. Για αυτό και έχουν μεγαλύτερη αξία όλοι εκείνοι που ενώ πολιτικά είναι αντίπαλοι με το δήμαρχο Θεσσαλονίκης, στέκονται ξεκάθαρα στο πλάι του. Από τη Νέα Δημοκρατία μέχρι τη ΛΑ.Ε. Οι υπόλοιποι προφανώς έχουν κάποιο πρόβλημα.

Από δω και πέρα η ιστορία έχει μόνο αρνητικά. Η φασιστική επίθεση που δέχθηκε ο Γιάννης Μπουτάρης θα έπρεπε να έχει ενώσει τα κόμματα του δημοκρατικού τόξου και την πλειονότητα των πολιτών στην καταδίκη του τραμπουκισμού και της βίας, χωρίς ναι μεν και αλλά.

Ομως, η συστηματική παραπληροφόρηση που αδιαμαρτύρητα καταπίνει η κοινωνία και η επιχείρηση καπήλευσης του περιστατικού από τον ίδιο τον πρωθυπουργό, που έσπευσε να χρεώσει τους δράστες στη Νέα Δημοκρατία, στερούν κάθε δυνατότητα λογικής πολιτικής ανάλυσης και αντιπαράθεσης. Ακροδεξιοί, φασίστες και αντισυστημικοί ακροαριστεροί ρίχνουν νερό στο μύλο της διαστρέβλωσης, προσπαθώντας να θολώσουν την πραγματική εικόνα.

Οι μεν εμφανίζουν τον Γιάννη Μπουτάρη ως ανθέλληνα απομονώνοντας και παραποιώντας φράσεις του, οι δε επιθυμούν να σβήσουν κάθε χνάρι που άφησαν στο δρόμο της φυσικής βίας.

Μα δεν πέρασαν πολλά χρόνια από τότε που ζητούσαν κρεμάλες στο Σύνταγμα, που περικύκλωναν τη Βουλή και φώναζαν συνθήματα «να καεί, να καεί το μπ… η Βουλή».

Τότε που φυγαδεύονταν οι βουλευτές από τον Εθνικό Κήπο για να μη λιντσαριστούν από το πλήθος. Τότε που τα γιαουρτώματα και οι προπηλακισμοί εμφανίζονταν ως ιερή αγανάκτηση. «Καταδικάζουμε τη βία, αλλά αντιλαμβανόμαστε την αγανάκτηση όλων εκείνων που αντιδρούν βίαια απέναντι στη βία του Μνημονίου», έλεγε ο Αλέξης Τσίπρας τον Ιούλιο του 2011, βάζοντας αριστερό πρόσημο στον τραμπουκισμό. Επικροτώντας και υιοθετώντας το γνωστό μότο των δήθεν προοδευτικών ότι η αριστερή βία είναι καλύτερη από τη δεξιά βία.

Ας μην απορούμε λοιπόν που φθάσαμε εδώ που φθάσαμε. Να προπηλακίζουν το δήμαρχο Θεσσαλονίκης και το πλήθος να καταγράφει την επίθεση στο κινητό, χωρίς κάποιος να βγαίνει μπροστά να τον προστατεύσει, εκτός από μια γυναίκα, τη δημοτική υπάλληλο Καλυψώ Γούλα. Οσοι ταΐζουν το λαϊκισμό τόσο του ανοίγουν την όρεξη.

Οσοι αποδίδουν την άνοδο της Χρυσής Αυγής στην οικονομική κρίση τόσο την απενοχοποιούν. Οσοι ανέχονται τις επιθέσεις τύπου «Ρουβίκωνα» και τις βαφτίζουν ακτιβισμό τόσο τις υποδαυλίζουν. Και μετά… μπαμ και μπουμ, μπαμ και μπουμ και λες «τι γίνεται τώρα;».

Η Δέσποινα Κονταράκη είναι αρχισυντάκτρια του Ελεύθερου Τύπου
Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου της Κυριακής