Χάρρυ Κλυνν, το τέλος μιας εποχής

22/05/18 • 11:05 | UPD 22/05/18 • 11:05

Ηταν ο Χάρρυ Κλυνν και ο Βασίλης Τριανταφυλλίδης. Μια εξ αδιαιρέτου δυάς, την οποία είναι δύσκολο, σχεδόν αδύνατο, να ταξινομήσεις σε κάποιο καλούπι.

Γράφει η Δέσποινα Κονταράκη*

Μεγάλος σατιρικός καλλιτέχνης, της αριστοφανικής σχολής και της σχολής των «μεσαιωνικών μίμων» όπως είχε γράψει κάποτε ο Κώστας Γεωργουσόπουλος εντάσσοντας σε αυτούς τον Χάρρυ Κλυνν, τον Γιώργο Μαρίνο, τον Λάκη Λαζόπουλο και από τους παλαιότερους τον Κοκκίνη, τον Εξαρχάκο, τον Παράβα κ.ά. Οι παλαιότεροι αντιλαμβάνονται αμέσως την αναφορά Γεωργουσόπουλου.

Οι νεότεροι ξέρουν μόνο τον Λαζόπουλο και δηλώνουν άγνοια για τον Τραμπάκουλα, όπως θα δήλωναν άγνοια ανάμικτη με έκπληξη αν τους έλεγες πως κάποτε η Ομόνοια ήταν στρογγυλή. Κάποιοι άλλοι πάλι πρόλαβαν μόνο τον Βασίλη Τριανταφυλλίδη των τελευταίων ετών, συνδέοντάς τον με την οργή του για τα Μνημόνια και τη στήριξη στον ΣΥΡΙΖΑ, ξεχνώντας πως για πολλά χρόνια στήριζε μόνο την Εθνική Ελλάδος. Δύσκολο σταυρόλεξο για γερούς λύτες.

Ο Χάρρυ Κλυνν (ας κρατήσουμε το όνομα με το οποίο τον έμαθε και τον αποθέωσε η παλαιά Ελλάδα) ήταν τόσο ιδιαίτερη, εκρηκτική και ταλαντούχα προσωπικότητα που ξεχείλιζε σε ό,τι και αν έκανε. Είτε κριτίκαρε είτε αποθέωνε είτε σατίριζε ή κατήγγελλε το έκανε με παθιασμένη υπερβολή, με αποτέλεσμα στο τέλος να εκτίθεται και ο ίδιος στην κριτική που ασκούσε. Από τη στιγμή μάλιστα που τοποθετήθηκε όχι απλώς πολιτικά, αλλά κομματικά, η κριτική αυτή αγρίεψε. Το ήξερε και δεν έκανε τίποτα για να την αποφύγει, αντιθέτως την τροφοδοτούσε με εριστικές αναρτήσεις και πικρόχολα σχόλια. Σαν ένας δραματικός γελωτοποιός που δεν ήθελε πια να κάνει τον κόσμο να γελάσει, αλλά να οργιστεί.

Ισως αυτή να ήταν η συνέχεια των ρόλων που έπλαθε, που ήταν πλέον περισσότερο καυστική και πολιτική και λιγότερο σάτιρα. Ο Χάρρυ Κλυνν σε πολλούς άρεσε, σε άλλους τόσους όχι, όπως συμβαίνει πάντα με τους πολυσχιδείς καλλιτέχνες του επιπέδου του. Ωστόσο κανείς δεν μπορεί και δεν πρέπει να αρνηθεί το διεισδυτικό ταλέντο του που σφράγισε μια ολόκληρη εποχή. Σε κάθε περίπτωση, το σίγουρο είναι ένα: Δεν θα άντεχε με τίποτα τους γλυκανάλατους επικηδείους, εκτός ίσως από κάνα δυο καλά, πένθιμα αστεία.

*Η Δέσποινα Κονταράκη είναι αρχισυντάκτρια του Ελεύθερου Τύπου

Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου