(Δια)κριση εξουσιών

17/12/17 • 15:14 | UPD 17/12/17 • 15:14

Μην κρίνετε ίνα μην κριθείτε. Προφανώς, αυτό δεν ισχύει για τους δικαστές. Κρίνουν, και οι αποφάσεις τους κρίνονται. Μέχρι ποιο βαθμό, όμως, πώς και, κυρίως, από ποιους;

Γράφει η Δέσποινα Κονταράκη*

Εχουν όλη την ίδια ελευθερία, ίσως και την υποχρέωση να εκφέρουν άποψη για μια δικαστική κρίση ή μήπως ορισμένοι οφείλουν να μην εκφράζουν δημοσίως τις επιθυμίες τους; Οι πρωθυπουργοί, για παράδειγμα, ή οι υπουργοί Δικαιοσύνης θα μπορούσαν να ανήκουν στην ευαίσθητη κατηγορία των πολιτών εκείνων που οφείλουν αυτοσυγκράτηση. Φυσικά, αυτά ισχύουν θεωρητικώς και προβλέπονται στα ογκώδη, γεμάτα σοφίες, νομικά εγχειρίδια. Στην καθημερινότητα της πολιτικής, όμως, οι κανόνες είναι άλλοι. Και για να είμαστε ειλικρινείς, η διάκριση των εξουσιών περνά δύσκολες στιγμές παντού.

ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΒΡΕΤΑΝΙΑ η Τερέζα Μέι υπέστη σημαντική ήττα από το Ανώτατο Δικαστήριο όταν αποφάνθηκε πως δεν μπορεί να ενεργοποιήσει το άρθρο 50 χωρίς την πλειοψηφία του Κοινοβουλίου. Η «Daily Mail» χαρακτήρισε τους δικαστές «εχθρούς του λαού», ενώ ο Νάιτζελ Φάρατζ προειδοποίησε ακόμα και για εξεγέρσεις. Η Βρετανή πρωθυπουργός έσπευσε μεν να υπερασπιστεί την ανεξαρτησία των δικαστών, αλλά η ίδια λίγες, εβδομάδες νωρίτερα, δεν απέφυγε τον πειρασμό να προεξοφλήσει τη δικαστική απόφαση. Απλώς έπεσε έξω στις προβλέψεις της, όπως και ο Ελληνας πρωθυπουργός όταν προεξοφλούσε την απόφαση του ΣτΕ για τις τηλεοπτικές άδειες. Ο διαγωνισμός κηρύχθηκε αντισυνταγματικός και η κυβέρνηση, διά της κυβερνητικής εκπροσώπου, εξαπέλυσε μια πρωτοφανή επίθεση στο Ανώτατο Δικαστήριο. Πρόεδρος της Ολομέλειας ήταν ο κ. Νίκος Σακελλαρίου.

ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΟΥΜΕ ότι ο κ. Σακελλαρίου ανέλαβε το τιμόνι του ΣτΕ μετά την επιλογή της Βασιλικής Θάνου στην προεδρία του Αρείου Πάγου και ταυτόχρονα με την επιλογή της Ανδρονίκης Θεοτοκάτου στη θέση της προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Τρεις από τους αρχαιότερους και πλέον έμπειρους δικαστικούς λειτουργούς της χώρας, οι οποίοι χαρακτηρίστηκαν αμέσως από τον Τύπο αλλά και την αντιπολίτευση ως «αντιμνημονιακοί», όπως -υποτίθεται- και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ. Πώς φτάσαμε, λοιπόν, σήμερα ο κ. Σακελλαρίου να καταγγέλλει την κυβέρνηση και να μιλά για ωμή παρέμβαση στο έργο της Δικαιοσύνης; Ισως επειδή η κυβέρνηση αποδείχθηκε λιγότερο αντιμνημονιακη απ’ ό,τι έλεγε και περισσότερο αντιθεσμική από όσο έκρυβε.

ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΩΤΗ κυβέρνηση που αμφισβήτησε ανοιχτά και με τον πλέον επίσημο τρόπο το κύρος και τις αποφάσεις της Δικαιοσύνης. Σε αυτή την ανοιχτή κόντρα μεταξύ εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας, ο πρόεδρος του ΣτΕ κατάφερε μέσα σε λίγους μόλις μήνες να βρεθεί και στις δύο πλευρές, δεχόμενος τα πυρά πότε των συναδέλφων του και πότε των υπουργών. Θυμίζουμε ότι την ηλεκτρισμένη πολιτικά περίοδο των τηλεοπτικών αδειών, τότε που ο Αλ. Τσίπρας καλούσε στο Μαξίμου την ηγεσία των ανώτατων δικαστηρίων για να συζητήσουν «τα αιτήματα του κλάδου», είχαν δημιουργηθεί έντονες αντιδράσεις από την ασυνήθιστη απόφαση του κ. Σακελλαρίου να διακόψει την κρίσιμη διάσκεψη επικαλούμενος τους υψηλούς τόνους μεταξύ των συμβούλων. Στις λεπτομέρειες της ιστορίας να πούμε ότι ο ίδιος είχε συνταχθεί με την πλευρά (μειοψηφία) που έκρινε το νόμο συνταγματικό.

 

ΤΟΤΕ ΕΙΧΕ προκαλέσει ρήγμα στους κόλπους των δικαστών, ενώ έντονα είχε αντιδράσει η αντιπολίτευση, με τη Ν.Δ. να αναφέρει ότι η «υπόθεση “τηλεοπτικές άδειες” έγινε από σκοτεινή… σκοτεινότερη». Προς υπεράσπιση έσπευσε τότε η κυβέρνηση, κάνοντας λόγο για «αδιανόητη» δήλωση. Τα μεγάλα λόγια της κυβέρνησης, βέβαια, ξεχάστηκαν όταν είδε ότι η ανεξάρτητη Δικαιοσύνη δεν αποφάσιζε σύμφωνα με τις προτιμήσεις υπουργών της κυβέρνησης. Το Μαξίμου δεν βρήκε «αδιανόητη» την επίθεση του Παύλου Πολάκη στο ΣτΕ, όταν, με αφορμή την απόφαση για τους φοροελέγχους, έγραψε με πολιτικό λυρισμό πως «αυτό δεν είναι Δικαιοσύνη, και μάλιστα τυφλή, είναι η προστασία του κάθε “νταβατζή”». Ομοίως δεν είπε τίποτα ούτε για το χαρακτηρισμό «δυσάρεστη έκπληξη» του Σταύρου Κοντονή για την υπόθεση της Ηριάννας. Και μετά ήρθαν τα «πόθεν έσχες» των δικαστών.

ΗΤΑΝ ΘΕΜΑ χρόνου, λοιπόν, ο κ. Σακελλαρίου, ενδεδυμένος την αυστηρή τήβεννο, να περάσει στην αντεπίθεση κάνοντας δημόσια δήλωση ενώπιον των τηλεοπτικών καμερών για τις «συνεχιζόμενες, άνευ προηγουμένου, επιθέσεις κατά της Δικαιοσύνης και των λειτουργών της. Μια κίνηση που προκάλεσε την κριτική της διευθύντριας του νομικού γραφείου του πρωθυπουργού, Βασιλικής Θάνου. Η οποία, βέβαια, ξεχνά με τη σειρά της πως ως πρόεδρος του Αρείου Πάγου, με τους χειρισμούς της στο θέμα της συνταξιοδότησης των δικαστών, είχε επίσης προκαλέσει σφοδρές αντιδράσεις από δικαστές και πολιτικούς, όχι πάντως από την κυβέρνηση.

ΔΥΣΚΟΛΑ καταλήγουμε σε δίκαιη ετυμηγορία, λοιπόν, διότι τελικά οι ρόλοι και τα επιχειρήματα κατηγόρων και συνηγόρων άλλαξαν πολλές φορές το τελευταίο διάστημα. Τόσες πολλές που η υπόθεση παραμένει ανοιχτή.

Η Δέσποινα Κονταράκη είναι αρχισυντάκτρια του Ελεύθερου Τύπου
Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου  της Κυριακής