Η ανανέωση της ΝΔ, προϋπόθεση για την διακυβέρνηση

13/12/17 • 12:53 | UPD 13/12/17 • 13:03

Αυτό το κείμενο δεν γράφεται για να περιγράψει την κατάσταση της χώρας. Όλοι την βιώνουμε, όλοι καταλαβαίνουμε προς τα πού βαδίζουμε.

Γράφει ο Όμηρος Τσάπαλος*

Άλλωστε τι όφελος έχει να προσθέσω κάτι στα ήδη χιλιοειπωμένα ή να παραβιάσω ανοικτές θύρες κάνοντας αντιπολίτευση σε αυτό που οι περισσότεροι αναγνωρίζουμε ως λάθος. Το κείμενο αυτό στόχο έχει να μιλήσει για την ευθύνη της Νέας Δημοκρατίας απέναντι στους πολίτες. Η βασική παραδοχή μου είναι πως η δημιουργική ανανέωση σε επίπεδο προσώπων και πολιτικών αποτελεί προϋπόθεση για την διακυβέρνηση.

Οι πολίτες τον Ιανουάριο του 2015 γύρισαν την πλάτη στην Νέα Δημοκρατία.

Σήμερα, η πλάτη είναι μισογυρισμένη. Ο πολίτης την κοιτάει με μισό μάτι και την ακούει με το ένα αυτί, την ίδια ώρα που προσπαθεί να πληρώσει ΕΝΦΙΑ, λογαριασμούς, φροντιστήρια, ενοίκια. Δεν έχει ούτε την όρεξη αλλά ούτε και την πολυτέλεια του χρόνου να ακούσει κάτι που το δοκίμασε και τον απογοήτευσε. Η παράταξη έχει καταφέρει να συσπειρωθεί, δεν έχει καταφέρει όμως να πείσει μέχρι σήμερα αυτόν τον δυσαρεστημένο πολίτη πως υπάρχει εναλλακτική πολιτική πρόταση για τον τόπο. Τουλάχιστον δεν το έχει καταφέρει σε πλειοψηφικό ποσοστό.

Σε μεγάλη μερίδα του πληθυσμού, η ΝΔ είναι συνυφασμένη με την οικογενειοκρατία, τις πολιτικές ελίτ, τα μεγάλα συμφέροντα, τους ίδιους εκφραστές των ίδιων πολιτικών κλπ. Και είναι απολύτως λογικό. Μια εικοσαριά πολιτικά πρόσωπα αποσπούν το 90% του τηλεοπτικού χρόνου με αποτέλεσμα η εντύπωση που μένει στον απλό πολίτη να είναι πως τίποτα τελικά δεν άλλαξε.

Είναι μια εικόνα που αδικεί την μεγάλη προσπάθεια που ξεκίνησε από την πρώτη ημέρα της Προεδρίας του ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Τεκτονικές αλλαγές για το κόμμα όπως η εμπλοκή παραπάνω από 2.000 νέων επιστημόνων και επαγγελματιών στις ομάδες εργασίας και στο μητρώο στελεχών καλύπτονται πίσω από τις ίδιες εικόνες στα τηλεοπτικά παράθυρα και στο Κοινοβούλιο, με τα ίδια πρόσωπα να προσπαθούν με την ίδια ξύλινη γλώσσα να πείσουν μάταια τον πολίτη που χάνεται μέσα στις παραισθήσεις της σκληρής πραγματικότητας. Δεν είναι μια απλή επικοινωνιακή αστοχία. Είναι το ίδιο το DNA της Νέας Δημοκρατίας. Η κακή πλευρά του συντηρητισμού που στερεί από την παράταξη την ευθυγράμμιση της με την ανάγκη μιας Κοινωνίας για ρήξη με «εκείνους που μας κυβερνούσαν τόσα χρόνια»…

Η ανανέωση σε επίπεδο πολιτικών θέσεων είναι μια διαδικασία που συνεχώς εξελίσσεται. Και το στοίχημα σε μεγάλο βαθμό έχει κερδηθεί. Η Νέα Δημοκρατία δεν πάσχει από προγραμματικές θέσεις αλλά από εκείνους που καλούνται να τις διαδώσουν.

Η οικογενειοκρατία παραμένει μια από τις μεγαλύτερες πληγές της πολιτικής ιστορίας της χώρας. Και οφείλουμε να το παραδεχτούμε. Οι μισοί βουλευτές της παράταξης σήμερα είναι μέλη πολιτικών οικογενειών που κυβέρνησαν τον τόπο επι δεκαετίες ή που συνδέθηκαν με πολιτικά αξιώματα. Αυτό από μόνο του είναι στοιχείο που θα πρέπει να προβληματίσει όποιον θέλει να πιστεύει ότι η πολιτική ανανέωση επέρχεται φυσιολογικά, απλά με το πέρασμα του χρόνου ή με την εκλογή ενός νέου αρχηγού.

Οι πολιτικές αυτές οικογένειες έχουν να επιδείξουν και θετική και αρνητική συμβολή στον τόπο. Μεταφέρουν όμως το αρνητικό φορτίο του παρελθόντος στην πλάτη ενός πολιτικού φορέα που θέλει να εκσυγχρονιστεί και παράλληλα αποκλείει από την πολιτική διαδικασία όποιους φιλελεύθερους δεξιούς πολίτες επιθυμούν να εμπλακούν ενεργά στα κοινά.

Η Νέα Δημοκρατία συνεχίζει να συντηρεί μια κομματική επετηρίδα με πολιτικά αξιώματα που μεταφέρονται κληρονομικώ δικαιώματι, με πολιτικά τζάκια που διαφυλάττουν ως κόρη οφθαλμού την πολιτική τους περιουσία και που αποκλείουν οποιονδήποτε προσπαθήσει σοβαρά να εμπλακεί στην πολιτική εντός της εκλογικής τους περιφέρειας.

Παράλληλα, αποτελεί και ένα κόμμα με βουλευτές δεκαετιών που ναι μεν προσέφεραν στον τόπο αλλά που σήμερα η απουσία τους από τις εκλογικές λίστες θα προσέφερε περισσότερα από την παρουσία τους…

Ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη η νέα γενιά βγαίνει μπροστά και διαδέχεται μια κουρασμένη πολιτική ελίτ, την ώρα που τριαντάρηδες γίνονται Πρωθυπουργοί και σαραντάρηδες αλλάζουν την φυσιογνωμία της Ευρώπης, στην Ελλάδα μιλάμε για ανανέωση ενός κόμματος χωρίς ανανέωση προσώπων, για αλλαγή πολιτικής χωρίς αλλαγή εκείνων που θα την εκφράσουν και θα την υλοποιήσουν.

Απλά δεν γίνεται.

Ανανέωση δεν είναι μόνο η είσοδος νέων και ικανών ανθρώπων σε θέσεις κομπάρσων αλλά σε θέσεις πρώτης γραμμής. Ανανέωση δεν είναι μόνο ομάδες εργασίες για την παραγωγή νέων πολιτικών αλλά και ισχυροί ρόλοι σε νέα στελέχη που θα τις πραγματώσουν και που μπορούν να επηρεάσουν την συνολική εικόνα του κόμματος προς τα έξω. Όπως και ανανέωση δεν είναι μόνο ηλικιακή. Είναι και τεχνοκρατική, επιστημονική, επαγγελματική, ιδεολογική.

Από την άλλη, ανανέωση δεν μπορεί να είναι με όρους ποσόστωσης ανα εκλογική περιφέρεια αλλά με όρους ρήξης με το παρελθόν. Χρειάζονται τομές με το πριν, τομές που θα ανοίξουν τον δρόμο σε εκείνους που θέλουν και μπορούν να προσφέρουν.

Σε εκείνους που δεν έχουν απλά «συμπαθητικές φάτσες» αλλά πολιτική αντίληψη, εργασιακή εμπειρία, επίγνωση των προβλημάτων της Κοινωνίας και της καθημερινότητας του πολίτη. Σε εκείνους που η καθημερινή τους εργασία τους στερεί την ευκολία της πρόσβασης στα κοινά σε σχέση με κάποιον που βρήκε την πολιτική του προίκα έτοιμη. Σε εκείνους που αποτελούν μέρος της κοινωνίας και όχι απλοί παρατηρητές αυτοεξόριστοι στον προσωπικό τους γυάλινο κόσμο.

Προς αυτή την κατεύθυνση, προτείνω 4 συγκεκριμένα βήματα:

1) Θέσπιση ορίου 12ετίας για το αξίωμα του βουλευτή. Μέσα σε τρεις τετραετίες οτιδήποτε μπορεί να προσφέρει κοινοβουλευτικά ένας πολιτικός το έχει προσφέρει.

2) Θέσπιση ορίου 8ετίας για το αξίωμα του Υπουργού. Περιορίζοντας το απώτατο χρονικό όριο των θητειών ενός Υπουργού περιορίζεται και η πιθανότητα διαφθοράς του και αυξάνεται η παραγωγικότητα του καθώς γνωρίζει το περιορισμένο χρονικό διάστημα που διαθέτει για να προσφέρει πραγματικά στον τόπο.

3) Όσα στελέχη προέρχονται από πολιτικά τζάκια τα παραπάνω έτη μειώνονται στο μισό. 6 χρόνια για το αξίωμα του βουλευτή και 4 χρόνια για το αξίωμα του υπουργού.

4) Ορισμός σε κάθε τομέα του κόμματος τομεάρχη που δεν θα είναι εν ενεργεία ούτε θα έχει διατελέσει προηγουμένως υπουργός, βουλευτής ή γενικός γραμματέας. Παράλληλα, οι εν ενεργεία βουλευτές να λάθουν θέσεις αναπληρωτών τομεαρχών στο κομματικό οργανόγραμμα.

Ανανέωση δεν σημαίνει μόνο αλλαγή σκυτάλης στην επόμενη γενιά και αποστρατεία της προηγούμενης. Γιατί πολύ απλά κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι ένας νεότερος σε ηλικία πολιτικός μπορεί να προσφέρει περισσότερα και καλύτερα στον τόπο του από κάποιον μεγαλύτερο.

Η ανανέωση θα επέλθει κυρίως μέσω της επιβολής ορίων στις κοινοβουλευτικές θητείες και στα υπουργικά αξιώματα. Με αυτόν τον τρόπο και ένας ικανός εξηντάχρονος θα μπορεί να προσφέρει ως βουλευτής ή ως υπουργός για ορισμένα χρόνια μη στερώντας όμως από κάποιον νεότερο και εξίσου ικανό να εμπλακεί με την πολιτική με σοβαρές πιθανότητες να εκλεγεί. Και αν μη τι άλλο, όταν ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ως πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, θέσπισε όριο θητειών για τον εαυτό του είναι εφικτό και απαραίτητο αυτό να εφαρμοστεί και για τους υπολοίπους.

Σε περιπτώσεις ισχυρών κομματικών μηχανισμών με βαθιές τις ρίζες τους στις τοπικές κοινωνίες και με πολύχρονη οικογενειακή-διαπροσωπική σχέση με τους πολίτες, η μόνη λύση είναι η ρήξη με σκληρούς κανόνες καθολικά εφαρμοστέους από όλους. Προφανώς και είναι άδικο για κάποιον πολιτικό να κόβεται από τις εκλογικές λίστες ή το υπουργικό συμβούλιο λόγω του ονόματος ή της μακράς πολιτικής του πορείας. Ωστόσο είναι απολύτως αναγκαίο για τον τόπο και την παράταξη αυτό να γίνει πράξη και παράλληλα να ανοίξει ο δρόμος, μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες, να αναδειχθούν νέα και ικανά στελέχη είτε μέσω των τοπικών κομματικών οργανώσεων είτε μέσω της ανοικτής προσέγγισης του κόμματος από τους ίδιους τους πολίτες.

Το μήνυμα που θα σταλεί στην Κοινωνία θα αποτελέσει την αρχή του τέλους για όλους εκείνους που βασίζουν την επιχειρηματολογία τους στην ταύτιση της Νέας Δημοκρατίας με το παρελθόν και τα τζάκια. Θα αφαιρέσει από τους λαϊκιστές το βασικό λόγο της ύπαρξης τους: ότι αυτοί πρεσβεύουν το νέο ενώ η Νέα Δημοκρατία το παλιό.

Η απόφαση του Κυριάκου Μητσοτάκη να μην δώσει υπουργικό αξίωμα στην Ντόρα Μπακογιάννη είναι μια σκληρή απόφαση που αδικεί την πρώην υπουργό αλλά την ίδια στιγμή δείχνει τον δρόμο για το πώς πρέπει να κινηθεί η Νέα Δημοκρατία από εδώ και στο εξής.

Η ανανέωση που περιέγραψα αποτελεί κατά τη γνώμη μου προϋπόθεση για τη διακυβέρνηση. Μια διακυβέρνηση που θα εδράζεται σε ισχυρά θεμέλια κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και λαϊκής αποδοχής. Μια διακυβέρνηση που θα είναι απαλλαγμένη από εξαρτήσεις και δεσμούς δεκαετιών που έφεραν την παράταξη στο σημείο να απευθύνεται με μεγαλύτερη άνεση στον κάτοικο του Κολωνακίου παρά του Αγίου Παντελεήμονα και μετέτρεψε την Νέα Δημοκρατία στα μάτια του πολίτη από κόμμα λαϊκό σε κόμμα των ελίτ. Μια διακυβέρνηση από μια παράταξη που θα έχει αποβάλει μια για πάντα από πάνω της έννοιες όπως η κομματική επετηρίδα και η οικογενειοκρατία.

Κάποιες φορές στην πολιτική οι αποφάσεις λαμβάνονται επί δικαίων και αδίκων. Όταν ο στόχος είναι η σωτηρία της χώρας κάποιοι οφείλουν να θυσιαστούν. Ας το κάνουν για την πατρίδα.

*Ο Όμηρος Τσάπαλος είναι σύμβουλος Στρατηγικής και Επικοινωνίας, Συντονιστής Επιμόρφωσης Ινστιτούτου Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής