Ο Τσίπρας έσπασε το ρολόι της εθνικής οικονομίας

26/11/17 • 13:53 | UPD 26/11/17 • 13:55

Η κατάθεση από το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης του Κρατικού Προϋπολογισμού του 2018 στη Βουλή έγινε δεκτή με γενικευμένη αδιαφορία.

Γράφει ο Γιώργος Κύρτσος*

Οι περισσότεροι πολίτες βιώνουν στην καθημερινότητά τους την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης και όλοι γνωρίζουν ότι ο Κρατικός Προϋπολογισμός δεν πρόκειται να εφαρμοστεί με τη μορφή που παρουσιάζεται.

Το προηγούμενο του 2017

Αυτά που συνέβησαν με τον Κρατικό Προϋπολογισμό του 2017 είναι διδακτικά και οδηγούν αναπόφευκτα στην απαξίωση του Προϋπολογισμού του 2018.

Με βάση τα επίσημα στοιχεία για το δεκάμηνο Ιανουάριος – Οκτώβριος 2017, τα καθαρά φορολογικά έσοδα του Δημοσίου είναι 2,5 δισ. ευρώ κάτω από το στόχο και οι δαπάνες του Δημοσίου είναι γύρω στα 3 δισ. ευρώ κάτω από το στόχο. Ετσι, έχουμε το παράδοξο να μην μπορεί να χρηματοδοτηθεί το Δημόσιο με έσοδα που είναι σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό και να ετεροχρονίζονται πολλές δημόσιες δαπάνες για να φανεί το πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα μεγαλύτερο από ό,τι πραγματικά είναι.

Προσθέστε στα παραπάνω τις αλλεπάλληλες αναθεωρήσεις των στόχων του Προϋπολογισμού, τις συνεχείς μειώσεις στην πρόγνωση για την αύξηση του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ) το 2017 και τη μείωση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων πέρα από τους μειωμένους στόχους του Κρατικού Προϋπολογισμού και έχετε μια εικόνα του δημοσιονομικού αλαλούμ που έχει τις υπογραφές Τσίπρα, Τσακαλώτου. Ολα αυτά θα ήταν διασκεδαστικά, γιατί αναδεικνύουν την προχειρότητα της σημερινής εξουσίας αν δεν προετοίμαζαν το έδαφος για νέες οικονομικές και δημοσιονομικές περιπέτειες. Σε 6, 9, 12 μήνες, το ακριβές διάστημα δεν μπορεί να προβληθεί με ακρίβεια, θα γίνει φανερή η επιστροφή των Greek statistics, με αποτέλεσμα να χρειαστεί νέα δημοσιονομική απογραφή, η οποία θα οδηγήσει, πιθανότατα, σε νέα μέτρα.

Ετεροχρονισμός νέων μέτρων

Αυτή, άλλωστε, είναι η πολιτική λογική της κυβέρνησης Τσίπρα, η οποία έχει προγραμματίσει τα περισσότερα νέα μέτρα όχι για το 2018 αλλά για το 2019 και το 2020, οπότε θα βρισκόμαστε θεωρητικά εκτός Μνημονίου και ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι κατά πάσα πιθανότητα στην αντιπολίτευση.

Υπάρχουν σκληρά μέτρα στον Κρατικό Προϋπολογισμό του 2018, όπως είναι η κατάργηση της φορολογικής έκπτωσης ιατρικών δαπανών, η νέα μείωση του ποσού της επιδότησης του πετρελαίου θέρμανσης από τον Κρατικό Προϋπολογισμό κατά 50% και η συνεχιζόμενη μείωση διάφορων κοινωνικών επιδομάτων. Αυτά όμως δεν συγκρίνονται με τη μείωση των ασφαλιστικών, συνταξιοδοτικών δαπανών κατά 3,5 δισ. ευρώ μέχρι το 2019, η οποία θα οδηγήσει σε μεσοσταθμική μείωση των συντάξεων τουλάχιστον κατά 12%, ούτε φυσικά με το δραστικό περιορισμό του αφορολόγητου ορίου για το ετήσιο εισόδημα στις 5.800 ευρώ από 1ης Ιανουαρίου του 2020, εξέλιξη που θα επηρεάσει τις φορολογικές κρατήσεις πριν από αυτή την ημερομηνία.

Αναβάλλοντας τα πιο σκληρά μέτρα για το 2019 και το 2020 η κυβέρνηση ελπίζει σε μια δημοσκοπική και εκλογική ανάσα, ώστε να ηττηθεί στις επόμενες βουλευτικές εκλογές, όποτε κι αν γίνουν αυτές, με αξιοπρεπή τρόπο. Κάνει όμως δύο βασικά λάθη στους πολιτικούς υπολογισμούς της.

Πρώτον, οι πολίτες δεν ανέχονται τη σταδιακή σκλήρυνση της πολιτικής που εφαρμόζεται γιατί οι περισσότεροι από αυτούς έχουν εξαντλήσει την οικονομική και κοινωνική αντοχή τους. Δεύτερον, όσο βλέπουν τους κυβερνητικούς παράγοντες να τραβάνε τα μέτρα σε βάθος χρόνου καταλήγουν στο αναπόφευκτο συμπέρασμα ότι αυτή η κυβέρνηση μας εγκλώβισε στην κρίση από την οποία θα είχαμε βγει με κυβέρνηση Σαμαρά το 2015 και αδυνατεί να μας βγάλει από αυτήν.

Εχουμε μείνει πολύ πίσω

Η κυβέρνηση Τσίπρα μετέτρεψε το 2015 και το 2016 από διετία ανάπτυξης που θα ακολουθούσε την οριακή ανάκαμψη του 2014 σε διετία κρίσης, στασιμότητας και αύξησης του λογαριασμού για την εθνική οικονομία και τους φορολογούμενους πολίτες κατά 100 δισ. ευρώ.

Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), κ. Ντράγκι, δήλωσε, απευθυνόμενος στα μέλη της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου την περασμένη Δευτέρα στις Βρυξέλλες, ότι η ευρωζώνη έχει συμπληρώσει τεσσεράμισι χρόνια σταθερής οικονομικής ανάπτυξης, αποτέλεσμα της οποίας είναι η πλήρης απορρόφηση της πρόσθετης ανεργίας που δημιούργησε η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και η περιοριστική πολιτική αντιμετώπισής της.

Σε αντίθεση με την ευρωζώνη η ελληνική οικονομία είναι μόλις στο τρίτο τρίμηνο οικονομικής ανάπτυξης -με τις άλλες να είναι στο δέκατο ένατο – η οποία μάλιστα είναι αβέβαιη εφόσον εξαρτάται κατά κύριο λόγο από τον τουρισμό.

Ενδεικτική της κατάστασης που επικρατεί είναι η συνεχής αναθεώρηση των προγνώσεων για την αύξηση του ΑΕΠ στην ευρωζώνη προς τα επάνω και η συνεχής αναθεώρηση των προγνώσεων για την αύξηση του ΑΕΠ στην Ελλάδα, προς τα κάτω. Μέσα σε μερικούς μήνες «εξαφανίστηκε» μία μονάδα αύξησης του ΑΕΠ το 2017 εφόσον η σχετική πρόγνωση ψαλιδίστηκε για την Ελλάδα από το 2,7% γύρω στο 1,7%.

Καμία σχέση με την κυβέρνηση

Το πέρασμα της ελληνικής οικονομίας σε περίοδο αβέβαιης ανάπτυξης οφείλεται κατά το μεγαλύτερο ποσοστό στις καλές επιδόσεις του τουριστικού τομέα. Η κυβέρνηση πανηγυρίζει γι’ αυτές και προσπαθεί να τις εκμεταλλευτεί πολιτικά, ενώ κάνει ό,τι μπορεί για να τις υπονομεύσει με την πολιτική της.

Το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης ευθύνεται για την υπερφορολόγηση του τουριστικού τομέα, η οποία θα κλιμακωθεί το 2018 με την επιβολή τέλους διανυκτέρευσης στα ξενοδοχεία και την κατάργηση του μειωμένου ΦΠΑ σε όλα τα νησιά.

Η ανάπτυξη του ελληνικού τουρισμού, η οποία στηρίζεται στους καλούς επαγγελματίες του χώρου και στην ευνοϊκή για την Ελλάδα διεθνή τουριστική συγκυρία, είναι καλά νέα για την ελληνική οικονομία, δεν αρκεί όμως για να τη βγάλουν από την κρίση. Είναι χαρακτηριστικό ότι τον περασμένο Απρίλιο αυξήθηκαν οι θέσεις απασχόλησης κατά 100.000 με το ξεκίνημα της τουριστικής περιόδου, ενώ τον Οκτώβριο χάθηκαν 100.000 θέσεις απασχόλησης επειδή τελείωσε η τουριστική περίοδος. Με εποχικές θέσεις μερικής απασχόλησης δεν λύνεται το πρόβλημα της ανεργίας στην Ελλάδα, το οποίο έχει ήδη αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά στις περισσότερες χώρες της ευρωζώνης.
Χρειαζόμαστε μεγάλη αύξηση των επενδύσεων στον παραγωγικό ιδιωτικό τομέα, ενίσχυση της μεταποίησης και της εξωστρέφειας, δυναμική ανάπτυξη της ψηφιακής οικονομίας, εξασφάλιση επαρκούς χρηματοδότησης με ανταγωνιστικούς όρους και δραστική μείωση των φορολογικών συντελεστών στο εξαιρετικά ανταγωνιστικό φορολογικό περιβάλλον της Ε.Ε., στο οποίο είμαστε ενταγμένοι.

Η κυβέρνηση καθυστερεί μεγάλες επενδύσεις, δεν δίνει την πρέπουσα σημασία στην ανάπτυξη της βιομηχανίας, της εξωστρέφειας και της ψηφιακής οικονομίας, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να συνεχίζει να χάνει μερίδιο της παγκόσμιας αγοράς και να συνεχίζεται αμείωτη η φυγή των νέων μας στο εξωτερικό.

Το 2016 η Ελλάδα ήταν η χώρα του ΟΟΣΑ που προχώρησε στις μεγαλύτερες φορολογικές αυξήσεις. Η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο με τον ΦΠΑ να είναι στο 24% έναντι 20,1% κατά μέσο όρο στην Ε.Ε., το φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων να είναι στο 29% έναντι 19,5% του μέσου ευρωπαϊκού όρου, τον ανώτατο συντελεστή στο φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων να είναι στην Ελλάδα 45% έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 34,9% και τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης να είναι στην Ελλάδα 16% για τον εργαζόμενο και 24,1% για τον εργοδότη έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 12,8% και 21,7%.

Το ρεκόρ κοινωνικής αδικίας

Εκτός από το ρεκόρ αύξησης της φορολογίας στην Ελλάδα παρατηρείται και ρεκόρ κοινωνικής αδικίας εξαιτίας της οικονομικής πολιτικής που εφαρμόζεται. Σύμφωνα με την ετήσια έρευνα του γερμανικού ερευνητικού ινστιτούτου Bertelsmann, η Ελλάδα βρίσκεται το 2017 στην τελευταία θέση μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε. όσον αφορά στο δείκτη κοινωνικής δικαιοσύνης με 3,7 μονάδες. Σε υψηλότερη θέση από τη χώρα μας βρίσκονται μέχρι και η Ρουμανία (3,99) και η Βουλγαρία (4,19). Αυτό τα λέει όλα για την οικονομική και την κοινωνική ποιότητα της πολιτικής της κυβέρνησης Τσίπρα.

Ο Γιώργος Κύρτσος είναι Ευρωβουλευτής  της ΝΔ

Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου της Κυριακής