Σε μία από τις πιο κρίσιμες φάσεις για το μέλλον της ευρωπαϊκής γεωργίας εισέρχεται η συζήτηση για τη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική της περιόδου 2028-2034, με την Ελλάδα να επιχειρεί ήδη να χαράξει τη στρατηγική της εν όψει των δύσκολων διαπραγματεύσεων που θα ακολουθήσουν στις Βρυξέλλες.
Το νέο πλαίσιο της ΚΑΠ, το οποίο παρουσιάστηκε στο Υπουργικό Συμβούλιο από τον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Μαργαρίτη Σχοινά, φιλοδοξεί να απαντήσει στις μεγάλες προκλήσεις της εποχής: την επισιτιστική ασφάλεια, την κλιματική κρίση, τις γεωπολιτικές αναταράξεις, την ενεργειακή αβεβαιότητα αλλά και τη σταδιακή εγκατάλειψη της υπαίθρου.
Οι προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που εντάσσονται στο νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Eνωσης, αλλάζουν σημαντικά τη φιλοσοφία της αγροτικής πολιτικής. Η επόμενη προγραμματική περίοδος δεν θα θυμίζει σε πολλά την ΚΑΠ που γνώρισαν οι Ευρωπαίοι παραγωγοί τις προηγούμενες δεκαετίες, καθώς το νέο μοντέλο δίνει μεγαλύτερη ευθύνη στα κράτη-μέλη για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή των πολιτικών τους.
Η συζήτηση δεν περιορίζεται μόνο στο ύψος των επιδοτήσεων, αλλά αγγίζει συνολικά το παραγωγικό μοντέλο της ελληνικής γεωργίας, τη βιωσιμότητα των αγροτικών περιοχών, τη δημογραφική ανανέωση της υπαίθρου αλλά και τη δυνατότητα της χώρας να αξιοποιήσει αποτελεσματικά τα διαθέσιμα ευρωπαϊκά κονδύλια. Σύμφωνα με την παρουσίαση του υπουργείου, η νέα ΚΑΠ σχεδιάζεται σε ένα περιβάλλον πολλαπλών κρίσεων και αυξημένης αβεβαιότητας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί ότι η γεωργία της επόμενης δεκαετίας θα πρέπει να είναι περισσότερο ανθεκτική απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις, να παράγει με χαμηλότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα και ταυτόχρονα να διασφαλίζει επάρκεια τροφίμων για τους Ευρωπαίους πολίτες.
Σε αυτό το πλαίσιο, αλλάζει και η αρχιτεκτονική της πολιτικής. Το παραδοσιακό μοντέλο των δύο πυλώνων, άμεσες ενισχύσεις και αγροτική ανάπτυξη, σταδιακά υποχωρεί και αντικαθίσταται από ένα πιο ενιαίο σύστημα χρηματοδότησης μέσω των Εθνικών και Περιφερειακών Σχεδίων Εταιρικής Σχέσης. Η βασική λογική της νέας περιόδου είναι η μεγαλύτερη ευελιξία των κρατών-μελών. Οι Βρυξέλλες θα καθορίζουν τους γενικούς στόχους και τις βασικές προτεραιότητες, όμως τα κράτη θα έχουν μεγαλύτερο περιθώριο να σχεδιάζουν τις δικές τους πολιτικές ανάλογα με τις ανάγκες τους.
Για χώρες όπως η Ελλάδα, με έντονες γεωγραφικές ιδιαιτερότητες, μεγάλο ποσοστό μικρών και οικογενειακών εκμεταλλεύσεων, ορεινές και νησιωτικές περιοχές αλλά και αυξημένο κόστος παραγωγής, το στοιχείο αυτό θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό. Παρότι η νέα ΚΑΠ περιλαμβάνει ευρύτερες παρεμβάσεις, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον εξακολουθεί να συγκεντρώνεται στις άμεσες ενισχύσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να αλλάξει τον τρόπο κατανομής των επιδοτήσεων, δίνοντας μεγαλύτερο βάρος σε μικρές και μεσαίες εκμεταλλεύσεις, στους νέους αγρότες, στις γυναίκες και στις περιοχές με φυσικά μειονεκτήματα.
Η ελληνική πλευρά αντιμετωπίζει θετικά τη μεγαλύτερη στόχευση των ενισχύσεων, ωστόσο εκφράζει έντονες ανησυχίες για το ύψος των πόρων που θα κατευθυνθούν στη χώρα. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στα κράτη με υψηλές άμεσες ενισχύσεις ανά εκτάριο και γι’ αυτό επιδιώκει να διατηρήσει όσο το δυνατόν υψηλότερα τα επίπεδα χρηματοδότησης. Ιδιαίτερο βάρος δίνεται και στον ορισμό του «ενεργού γεωργού», καθώς από αυτό θα εξαρτηθεί ποιοι δικαιούνται ενισχύσεις στη νέα περίοδο. Η Αθήνα επιθυμεί να διατηρηθεί η δυνατότητα συμμετοχής στο σύστημα επιδοτήσεων για συνταξιούχους ή ετεροεπαγγελματίες που συνεχίζουν να καλλιεργούν και να διατηρούν παραγωγική δραστηριότητα.
Το επιχείρημα της ελληνικής πλευράς είναι ότι σε πολλές περιοχές της χώρας, ιδιαίτερα σε ορεινές και μειονεκτικές ζώνες, οι συγκεκριμένοι παραγωγοί αποτελούν κρίσιμο παράγοντα για τη διατήρηση της γεωργικής δραστηριότητας και την αποφυγή εγκατάλειψης γης. Eνα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα των διαπραγματεύσεων αφορά τον συνολικό προϋπολογισμό της νέας ΚΑΠ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει περίπου 300 δισ. ευρώ για τη χρηματοδότηση των βασικών αγροτικών παρεμβάσεων σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Eνωσης, ωστόσο η συζήτηση για την τελική κατανομή των πόρων βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη.
Το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης εκτιμά ότι, παρά τις αρχικές ανησυχίες, η νέα δομή μπορεί να προσφέρει σημαντικές χρηματοδοτικές δυνατότητες, αρκεί να υπάρξει σωστός σχεδιασμός και έγκαιρη αξιοποίηση των διαθέσιμων εργαλείων. Στη νέα περίοδο, μεγάλο μέρος της χρηματοδότησης θα συνδέεται με συγκεκριμένους στόχους, μεταρρυθμίσεις και επενδυτικά σχέδια. Αυτό σημαίνει ότι τα κράτη-μέλη θα πρέπει να παρουσιάζουν ολοκληρωμένα σχέδια με μετρήσιμα αποτελέσματα για να εξασφαλίζουν πρόσθετους πόρους. Για την Ελλάδα, η πρόκληση είναι διπλή: από τη μία να διατηρήσει υψηλές ενισχύσεις για τους παραγωγούς και από την άλλη να αξιοποιήσει νέα χρηματοδοτικά εργαλεία για επενδύσεις και υποδομές.
Δημογραφικό και κλιματική κρίση
Μία από τις μεγαλύτερες αλλαγές αφορά τη διάκριση μεταξύ «κλειδωμένων» και «μη κλειδωμένων» πόρων. Ορισμένες δράσεις θα διαθέτουν εγγυημένη χρηματοδότηση, όπως οι άμεσες ενισχύσεις, οι παρεμβάσεις για νέους αγρότες και τα γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα. Αλλες όμως σημαντικές δράσεις της υπαίθρου δεν θα χρηματοδοτούνται πλέον αυτόματα μέσω της ΚΑΠ. Σε αυτές περιλαμβάνονται προγράμματα όπως το LEADER, επενδύσεις σε υποδομές άρδευσης, αγροτική οδοποιία, μεταποίηση και δράσεις καινοτομίας. Αυτό δημιουργεί νέα δεδομένα για την ελληνική Περιφέρεια. Περιφέρειες, δήμοι και αγροτικοί φορείς εκφράζουν ήδη προβληματισμό για το κατά πόσο θα εξασφαλιστούν επαρκείς πόροι για έργα υποδομής που θεωρούνται κρίσιμα για την ανάπτυξη της υπαίθρου.
Η κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι απαιτείται πλέον πιο ενεργή διαπραγμάτευση και καλύτερος συντονισμός μεταξύ διαφορετικών ευρωπαϊκών ταμείων και προγραμμάτων. Η γήρανση του αγροτικού πληθυσμού αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της ελληνικής γεωργίας. Σε πολλές περιοχές της χώρας, ο μέσος όρος ηλικίας των παραγωγών αυξάνεται συνεχώς, ενώ η είσοδος νέων ανθρώπων στον πρωτογενή τομέα παραμένει περιορισμένη. Η νέα ΚΑΠ επιχειρεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα μέσω ειδικών μέτρων στήριξης για νέους αγρότες. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητά από κάθε κράτος-μέλος να διαμορφώσει ολοκληρωμένη στρατηγική ανανέωσης γενεών, συνδέοντας την αγροτική παραγωγή με τη συνολική αναζωογόνηση της υπαίθρου.
Στο επίκεντρο βρίσκονται η διευκόλυνση πρόσβασης στη γη, η βελτίωση της χρηματοδότησης, η συμβουλευτική υποστήριξη και η ενίσχυση της εκπαίδευσης και των δεξιοτήτων. Το υπουργείο εκπονεί ήδη ειδική μελέτη για τη στρατηγική ανανέωσης των γενεών, αναγνωρίζοντας ότι χωρίς νέους παραγωγούς η ελληνική γεωργία δύσκολα θα μπορέσει να παραμείνει ανταγωνιστική και βιώσιμη τα επόμενα χρόνια. Η κλιματική αλλαγή επηρεάζει ολοένα και περισσότερο την αγροτική παραγωγή. Οι ακραίες καιρικές συνθήκες, οι παρατεταμένες ξηρασίες, οι πλημμύρες και η μείωση των διαθέσιμων υδάτινων πόρων μεταβάλλουν ήδη τις συνθήκες καλλιέργειας σε πολλές περιοχές της Ευρώπης.
Η νέα ΚΑΠ επιχειρεί να συνδέσει τις ενισχύσεις με πιο βιώσιμες πρακτικές παραγωγής. Οι γεωργοπεριβαλλοντικές δράσεις θα συνεχίσουν να αποτελούν βασικό στοιχείο της πολιτικής, ωστόσο η κυβέρνηση επιδιώκει ένα πιο ευέλικτο και εφαρμόσιμο πλαίσιο. Σημαντικός αριθμός παραγωγών δυσκολεύτηκε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της τρέχουσας προγραμματικής περιόδου, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις πράσινες δεσμεύσεις και τις υποχρεώσεις συμμόρφωσης. Για τον λόγο αυτόν, η ελληνική πλευρά ζητά καλύτερη ισορροπία μεταξύ περιβαλλοντικών στόχων και πραγματικών δυνατοτήτων της παραγωγής, ώστε οι νέες απαιτήσεις να μην οδηγήσουν σε πρόσθετο οικονομικό βάρος για τους αγρότες.
Ψηφιακή γεωργία
Κεντρική θέση στη νέα στρατηγική καταλαμβάνει και η ψηφιοποίηση της γεωργίας. Η Ευρωπαϊκή Ενωση θεωρεί ότι η τεχνολογία θα αποτελέσει βασικό εργαλείο για τη βελτίωση της παραγωγικότητας, τη μείωση του κόστους και την καλύτερη διαχείριση των φυσικών πόρων. Το νέο σύστημα AKIS, που αφορά τη συνεργασία, τη μεταφορά γνώσης και την καινοτομία στον αγροδιατροφικό τομέα, αναμένεται να αποκτήσει ιδιαίτερη βαρύτητα στη νέα προγραμματική περίοδο. Η ελληνική κυβέρνηση επιδιώκει να αξιοποιήσει τα διαθέσιμα ευρωπαϊκά εργαλεία για επενδύσεις σε έξυπνες καλλιέργειες, ψηφιακές εφαρμογές, ενεργειακές κοινότητες, βιοοικονομία και αγροτουρισμό. Παράλληλα, αναζητούνται συνέργειες με άλλα ευρωπαϊκά προγράμματα, προκειμένου να χρηματοδοτηθούν μεγαλύτερες επενδύσεις και έργα υποδομών.
Οι ελληνικές διεκδικήσεις
Οι διαπραγματεύσεις για τη νέα ΚΑΠ βρίσκονται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, ωστόσο η Ελλάδα έχει ήδη καταθέσει τις βασικές της θέσεις.
Μεταξύ άλλων, ζητά:
- διατήρηση των σημερινών ποσοστών συγχρηματοδότησης,
- αύξηση της ανώτατης ενίσχυσης ανά εκτάριο,
- διατήρηση του κανόνα ν+2 αντί του αυστηρότερου ν+1,
- μεταβατική περίοδο δύο ετών,
- συνέχιση της δυνατότητας χρηματοδότησης της μεταποίησης μέσω της ΚΑΠ.
Το υπουργείο έχει ήδη ξεκινήσει τον εθνικό διάλογο για τη νέα προγραμματική περίοδο, με τη συμμετοχή Περιφερειών, συνεταιρισμών, αγροτικών οργανώσεων και παραγωγικών φορέων. Το επόμενο διάστημα αναμένεται να ενταθούν οι διαβουλεύσεις, καθώς οι αποφάσεις που θα ληφθούν θα επηρεάσουν σε μεγάλο βαθμό το μέλλον της ελληνικής υπαίθρου. Σε κάθε περίπτωση, η νέα ΚΑΠ δεν αφορά πλέον μόνο τις επιδοτήσεις. Αφορά τη συνολική ανθεκτικότητα της αγροτικής οικονομίας, την παραγωγική ανασυγκρότηση, τη διατροφική ασφάλεια και τη δυνατότητα της χώρας να προσαρμοστεί σε ένα νέο ευρωπαϊκό περιβάλλον, όπου οι πόροι θα συνδέονται ολοένα και περισσότερο με αποτελεσματικότητα, μεταρρυθμίσεις και στρατηγικό σχεδιασμό.



















