Η διπλωματία του ύπνου

Οι νέες προκλητικές δηλώσεις του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, που ισχυρίστηκε ότι οι ρίζες της Τουρκίας φθάνουν μέχρι τη Θεσσαλονίκη και τη Θράκη, έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική διπλωματία φαίνεται να ακολουθεί τις εξελίξεις, αντί να τις ελέγχει.

Είχαν προηγηθεί οι επίσης προβοκατόρικες δηλώσεις του Τούρκου προέδρου για τη Συνθήκη της Λωζάννης, αμφισβητώντας την εγκυρότητά της και εγείροντας θέμα διεκδίκησης των ελληνικών νησιών.

Τότε, το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών είχε αποδώσει σε λόγους εσωτερικής κατανάλωσης τις δηλώσεις εκείνες, ότι δηλαδή είχαν ως στόχο την αντιπολίτευση και την κάμψη των κεμαλιστών. Ομως, η κατάσταση είναι πολύ πιο σύνθετη και οι κίνδυνοι ακόμα μεγαλύτεροι. Ο Ερντογάν μπορεί να απευθύνεται στο εσωτερικό ακροατήριο, ωστόσο, οι δηλώσεις του αναπαράγονται από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης και έχουμε δει την τουρκική διπλωματία να προσπαθεί να «γκριζάρει» συγκεκριμένες περιοχές που δεν της ανήκουν και να εγείρει νέο γύρο διεκδικήσεων.
Ανεξάρτητα από τη μετάφραση του ΑΠΕ στις δηλώσεις Ερντογάν και το τι ειπώθηκε και τι όχι περί διεξαγωγής «δημοψηφίσματος για τη Δυτική Θράκη», είναι αδιανόητο το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών να αντιδρά τη Δευτέρα σε μια ομιλία που έγινε το Σάββατο και μάλιστα χωρίς να έχει καθαρή εικόνα για το ακριβές περιεχόμενο των προκλητικών αναφορών.

Διαπιστώνουμε ότι οι υπηρεσίες του υπουργείου Εξωτερικών δεν λειτουργούν σωστά και με τα απαιτούμενα αντανακλαστικά, όταν η Αγκυρα κλιμακώνει διαρκώς τις προκλήσεις και προσπαθεί να εξάγει τα εσωτερικά της ζητήματα, εγείροντας ακόμα και διεκδικήσεις ελληνικών εδαφών.

Ομως, η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να κόψει άμεσα και πλήρως κάθε επεκτατική διάθεση της γείτονος και να οργανώσει καλύτερα τις υπηρεσίες της, ώστε να μην πιάνεται συνέχεια στον ύπνο μπροστά σε τέτοιους μεγάλους εθνικούς κινδύνους. Δεν υπάρχουν περιθώρια για άλλες εκπτώσεις από την κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ. και στα εθνικά μας θέματα.

Από την έντυπη εκδοση του Ελεύθερου Τύπου