19/11/17 • 08:15 | UPD 19/11/17 • 08:30

Ο λαϊκισμός του ΣΥΡΙΖΑ πνίγηκε στις πλημμύρες

Εμφατικό τέλος στην περίοδο ανοχής μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινής γνώμης φέρνει για την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ. η αδυναμία της να κυβερνήσει, πέραν του πλαισίου διαπραγμάτευσης με τους δανειστές, οι οποίοι από τη στιγμή που πήραν ό,τι ζητούσαν επί σειρά ετών και διασφάλισαν τα συμφέροντά τους έναντι του συστημικού κινδύνου χρεοκοπίας της Ελλάδας, δεν ενδιαφέρονται πλέον ούτε για την πραγματική ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας ούτε για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του ελληνικού λαού.

Με την οικονομία να κινείται στα όρια της «απατηλής ανάκαμψης» -όπως εύστοχα έγραψε προχθές η γερμανική «Handelsblatt»- η κυβέρνηση ήρθε αντιμέτωπη με την πραγματικότητα της καθημερινότητας και αποκάλυψε τραγικές αδυναμίες που σε συνδυασμό με την ατυχή επικοινωνιακή πολιτική αντιστροφής της πραγματικότητας, που δεν είναι πλέον αποτελεσματική, στοιχίζουν σημαντικά πλέον στο δίδυμο Τσίπρα-Καμμένου.

Η πολιτική του λαϊκισμού και της μετάθεσης ευθυνών γυρίζει μπούμερανγκ. Η κυβέρνηση κάνει πλέον το ένα λάθος μετά το άλλο και μένει έκθετη έναντι των πολιτών, ανεξαρτήτως πολιτικής και ιδεολογικής τοποθέτησης. Και από αυτό το πλαίσιο δεν ξεφεύγει πλέον ούτε η άσκηση της οικονομικής πολιτικής, καθώς η ακραία φορολόγηση είναι πρώτο ζήτημα και δεν αφήνει χώρο για επικοινωνιακές ενέσεις και κυβερνητικά αφηγήματα περί «εξόδου από τα Μνημόνια».

Η τραγωδία της Μάνδρας είναι αποκαλυπτική. Ο κ. Τσίπρας αρχικά επέλεξε να απουσιάζει από το «μαύρο κάδρο», όπως έκανε μέχρι τώρα στους μεγάλους σεισμούς που έπληξαν τη Μυτιλήνη και την Κω, στις μεγάλες πυρκαγιές στη Βορειοανατολική Αττική το περασμένο καλοκαίρι, στην πετρελαιοκηλίδα που ξέφυγε και ρύπανε τον Σαρωνικό…
Η άμεση έλευση στην περιοχή του Κυριάκου Μητσοτάκη και αμέσως μετά των Φώφης Γεννηματά και Νίκου Ανδρουλάκη, ανάγκασε το επιτελείο του Μαξίμου να αλλάξει ρότα.

Σχεδιάστηκε μία ασφαλής και από απόσταση επίσκεψη, όπου η κοινή γνώμη ενημερώθηκε ότι ο πρωθυπουργός, ως επικεφαλής κυβερνητικού κλιμακίου, «έκανε αυτοψία στις πληγείσες περιοχές». Λίγο αργότερα, η δήμαρχος της περιοχής αποκάλυπτε ότι ούτε ο κ. Τσίπρας ούτε η κ. Δούρου πήγαν στη Μάνδρα, αλλά έμειναν κατά μήκος της εθνικής οδού, χωρίς να μπουν στην πόλη και να συναντήσουν τους κατοίκους. Ακολούθως, αυτή τη φορά, η πάγια τακτική απόδοσης ευθυνών στις προηγούμενες κυβερνήσεις γύρισε μπούμερανγκ για την κυβέρνηση μόλις άρχισαν να βγαίνουν τα χαρτιά που αποδεικνύουν ότι υπεύθυνοι φορείς για τα αντιπλημμυρικά έργα είναι το υπουργείο Εσωτερικών και η Περιφέρεια Αττικής, όπως και ότι υπάρχει μελέτη από το 2014 η οποία δεν αξιοποιήθηκε από την κ. Δούρου και την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ.

Στο θέμα αυτό, η κυβέρνηση κινείται σε δύο μέτωπα. Στο παρασκήνιο, φορτώνει τις ευθύνες στην περιφερειάρχη Αττικής Ρένα Δούρου, προκειμένου να μείνει αλώβητο το πρωθυπουργικό προφίλ. Είναι ενδεικτικό ότι την περασμένη Παρασκευή η «Αυγή» ζητούσε με το πρωτοσέλιδό της από το κράτος και την αυτοδιοίκηση να σταματήσουν να ρίχνουν την ευθύνη ο ένας στον άλλον, όπου φυσικά -για την κυβερνητική «Αυγή»- κράτος είναι η κ. Δούρου, καθώς σκοπός του Μαξίμου είναι να μείνουν εκτός κάδρου ευθυνών ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας και ο υπουργός Υποδομών Χρήστος Σπίρτζης.

Στο προσκήνιο θα επιχειρήσει άμεσα να προχωρήσει στην έκτακτη οικονομική στήριξη των πληγέντων και στην αποκατάσταση των ζημιών, ώστε να στραφούν εκεί τα φώτα της δημοσιότητας και να φύγουν από τις αντικειμενικές κυβερνητικές ευθύνες.

Επιπλέον, η απόλυτη ως φανατική στήριξη της ηγετικής ομάδας στον υπουργό Αμυνας Πάνο Καμμένο διχάζει τον ΣΥΡΙΖΑ και, πέραν των γνωστών και αναγνωρίσιμων, όπως ο Νίκος Φίλης και ο Νίκος Ξυδάκης, που θέτουν ανοικτά το ζήτημα, υπάρχουν από κάτω δεκάδες στελέχη του κυβερνώντος κόμματος που αντιδρούν. Υπάρχει ο βασικός λόγος που όλοι εντός της κυβέρνησης και του ΣΥΡΙΖΑ κατανοούν και είναι ότι αν πέσει ο Καμμένος, πέφτει και η κυβέρνηση, υπάρχει όμως και η άποψη ότι, παρασυρόμενος από στελέχη όπως ο Νίκος Παππάς και ο Παύλος Πολάκης, που αποτελούν τους θερμότερους υποστηρικτές του υπουργού Αμυνας στην καθημερινότητα της κυβέρνησης μακριά από τις κάμερες και πίσω από τις κλειστές πόρτες, ο πρωθυπουργός κάνει λάθος να ταυτίζεται με τον κ. Καμμένο.

«Καμπανάκια» χτύπησαν στο Μαξίμου και από τις δηλώσεις αρχικά του αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών Γιώργου Χουλιαράκη και κατόπιν του υπουργού Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτο, ότι συνειδητά υπερφορολογήθηκε η μεσαία τάξη για να βοηθηθούν οι πιο αδύναμοι. Το θέμα αυτό έχει εξελιχθεί σε «μαύρη τρύπα» για το κυβερνητικό αφήγημα περί ανάκαμψης της οικονομίας και επ’ ουδενί οι δηλώσεις αυτές αποτελούσαν μέρος κάποιου υποτιθέμενου πολιτικού και επικοινωνιακού σχεδιασμού.

Οι δηλώσεις που έφεραν απέναντι τη μεσαία τάξη ήταν μία πολιτική και επικοινωνιακή αστοχία, που μετά επιχειρήθηκε να μαζευτεί από τον κ. Τσακαλώτο, ο οποίος είπε ένα μεγάλο ψέμα και κατόπιν έκανε μία δεύτερη γκάφα. Το ψέμα ήταν ότι η μεσαία τάξη τελικά δεν υπερφορολογήθηκε, αλλά το κοινωνικό μέρισμα δίνεται από τα έσοδα από την πάταξη της φοροδιαφυγής τα οποία -ως εκ θαύματος- ποτέ δεν ανακοινώνονται και κατά έγκυρες πληροφορίες δεν ξεπερνούν τα 132 εκατομμύρια ευρώ.

Η δεύτερη γκάφα ήταν όταν υποστήριξε ότι από το κοινωνικό μέρισμα ενισχύει και τη μεσαία τάξη, ορίζοντας ως μεσαία τάξη τετραμελή οικογένεια με συνολικό ετήσιο εισόδημα 18.000 ευρώ μικτά. Η απόλυτη επιβεβαίωση του επιχειρήματος περί φτωχοποίησης της μεσαίας τάξης και προσπάθεια χειραγώγησής της, εξαρτώντας την από την επιδοματική κυβερνητική πολιτική.

Η έτερη «μαύρη τρύπα» για την κυβέρνηση αφορά στη διαχείριση του ευαίσθητου ζητήματος της ασφάλειας των πολιτών. Η άδεια στον Δημήτρη Κουφοντίνα προκάλεσε την έντονη αντίδραση της πρεσβείας των ΗΠΑ αλλά και άλλων πρεσβειών, σε μία περίοδο που η κυβέρνηση επενδύει πολλά στις ΗΠΑ και οι ΗΠΑ έδειχναν ότι δεν είχαν πρόβλημα να πουν αρκετά καλά λόγια -εφόσον προωθούνταν και τα συμφέροντά τους στην περιοχή- για την κυβέρνηση Τσίπρα.

Η αίσθηση που έχει ο μέσος πολίτης ότι οι αναρχικοί και η ομάδα του «Ρουβίκωνα» «κάνουν ό,τι θέλουν, όποτε θέλουν» (μετά την εισβολή στην ισπανική πρεσβεία, ακολούθησε η κατάληψη του Πολυτεχνείου τις ημέρες των εκδηλώσεων και κατόπιν η εισβολή του «Ρουβίκωνα» στο υπουργείο Εθνικής Αμυνας!) είναι κυρίαρχη και η Αθήνα, που όντως δεν αντιμετωπίζει την τυφλή απειλή του Ισλαμικού Κράτους που αντιμετωπίζουν πολλές πρωτεύουσες του προηγμένου κόσμου στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, έχει μετατραπεί σε τριτοκοσμική πρωτεύουσα, εξαιτίας της γενικευμένης ανομίας των χιλιάδων μικρών περιστατικών, της κυρίαρχης αίσθησης περί ατιμωρησίας και της έλλειψης κράτους δικαίου.  Στο θέμα της ασφάλειας η κυβέρνηση βάλλεται πανταχόθεν.

Βάλλεται από τον εξωτερικό παράγοντα για αδυναμία ελέγχου του φαινομένου της επανεμφάνισης ομάδων τρομοκρατίας και παράλληλα για άσκηση πολιτικής ανοχής έναντι των τρομοκρατών και των αναρχικών.
Βάλλεται στο εσωτερικό της από στελέχη που αντιλαμβάνονται ως αντίπαλες έννοιες την Αριστερά και τον αναρχισμό. Είναι χαρακτηριστική η έκταση της κριτικής κατά της κυβέρνησης που έλαβε στα social media αλλά και σε φιλικές προς την κυβέρνηση ιστοσελίδες η είδηση ότι η κατάληψη των αναρχικών στο Πολυτεχνείο απαγόρευσε στο Σύνδεσμο Εξορισθέντων και Βασανισθέντων της Χούντας 1967-1974 να καταθέσει στεφάνι.

Ακόμα και το ζήτημα του κοινωνικού μερίσματος, που επικοινωνιακά αναμένεται να λειτουργήσει υπέρ της κυβέρνησης, αντιμετωπίζει ήδη πρόβλημα συνταγματικότητας. Σύμφωνα με το επιστημονικό συμβούλιο της Βουλής, αντιμετωπίζει πρόβλημα η απόφαση της κυβέρνησης να ορίσει τους δικαιούχους με Υπουργική Απόφαση και στο σχέδιο νόμου, που κατέθεσε προς ψήφιση στη Βουλή, να μην υπάρχουν ούτε τα κριτήρια ούτε το ποιοι θα είναι οι δικαιούχοι ούτε το πόσοι. Και αυτό συμβαίνει, όταν έχει ήδη δοθεί εντολή από το Μαξίμου να μην επαναληφθούν τα περυσινά προβλήματα, που έλαβαν το έκτακτο βοήθημα βουλευτές και ευκατάστατοι πολίτες και μετά τα συναρμόδια υπουργεία έτρεχαν και δεν έφταναν να διορθώσουν τα λάθη.

«Ανησυχούμε για τις αυξημένες ροές»

Το Μέγαρο Μαξίμου ανησυχεί ιδιαίτερα για τυχόν δυσάρεστες εξελίξεις στο θέμα της προσφυγικής κρίσης, εν όψει μάλιστα και του χειμώνα που έρχεται, καθώς η χώρα, για μια ακόμη φορά, δεν είναι έτοιμη για να αντιμετωπίσει τις ασφυκτικές συνθήκες που διαμορφώνονται κυρίως στα νησιά, όπως στη Λέσβο και στη Χίο. «Αυτό που μας ανησυχεί ιδιαίτερα είναι η αύξηση των προσφυγικών ροών από τα τουρκικά παράλια. Αν οι ροές αυξηθούν και άλλο, θα έχουμε πρόβλημα», παραδέχεται στον «Ε.Τ.» ανώτατη πηγή του υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής και προσθέτει: «Πιθανότατα με αυτό τον τρόπο η Τουρκία θέλει να ασκήσει πίεση στην Ευρωπαϊκή Ενωση, όμως στη μέση βρίσκεται η Ελλάδα».

Ευρωπαϊκές πηγές διαπιστώνουν «αδυναμία συνεννόησης των συναρμόδιων υπηρεσιών στην Ελλάδα για τη διαχείριση του προβλήματος». Το προσφυγικό συζητήθηκε εκτενώς την εβδομάδα που μας πέρασε στην Ολομέλεια του Ευρωκοινοβουλίου στο Στρασβούργο, όπου για μια ακόμη φορά διαπιστώθηκε πως απουσιάζει η κοινή ευρωπαϊκή γραμμή για το ζήτημα αυτό. Υπενθυμίζεται ότι αύριο στη Λέσβο πραγματοποιούνται από κατοίκους και φορείς μεγάλες κινητοποιήσεις, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την εκρηκτική κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στο νησί, που έχει «βουλιάξει» από χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες. Η κυβέρνηση πάντως, θέλει να αποφύγει ένα νέο διεθνή διασυρμό και για το λόγο αυτό καταβάλλονται προσπάθειες, την ύστατη στιγμή, ώστε να βελτιωθούν οι συνθήκες διαβίωσης στα κέντρα φιλοξενίας.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΜΠΟΥΡΑΚΗΣ
jkampourakis@e-typos.com
Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου της Κυριακής

Δημοφιλή