ΜΙΛΟΥΝ ΣΤΟΝ «Ε.Τ» ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΤΟΥ

Πώς έπεσαν στο κενό οι προσδοκίες του Τσίπρα για την συμφωνία

Η διαπραγμάτευση με τους δανειστές, που ξεκίνησε με αλαζονικές συμπεριφορές, συνεχίστηκε με ερασιτεχνικούς τακτικισμούς, επώδυνες υποχωρήσεις και νέα σκληρά μέτρα λιτότητας, κατέληξε, μετά από οκτώ μήνες, σε έναν ταπεινωτικό συμβιβασμό που απέχει πολύ από τις αρχικές επιδιώξεις της ελληνικής κυβέρνησης.

Η νέα μεγάλη καθυστέρηση στο κλείσιμο της αξιολόγησης αποδυνάμωσε, για μια ακόμη φορά, τη διαπραγματευτική ισχύ της Ελλάδας, με αποτέλεσμα η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα ουσιαστικά να συρθεί σε μια ακόμη υποχώρηση και να αποδεχθεί την προηγούμενη πρόταση του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε (που είχε απορρίψει στις 22 Μαΐου), με μικρές παραλλαγές, για να αποτρέψει το ενδεχόμενο της χρεοκοπίας.

Με το κλείσιμο της αξιολόγησης στο Eurogroup της 15ης Ιουνίου ο κ. Τσίπρας κατάφερε να εξασφαλίσει την εκταμίευση της δόσης των 8,5 δισεκατομμυρίων ευρώ και να απομακρύνει τα σενάρια οικονομικής ασφυξίας, απώλεσε όμως και τα τελευταία ίχνη αξιοπιστίας της κυβέρνησής του.

«Η συμφωνία αφήνει για πρώτη φορά να φανεί φως στο τούνελ του ελληνικού δράματος και δεν είναι το τρένο που έρχεται κατά πάνω μας, όπως συνέβη επανειλημμένα τα τελευταία 7 χρόνια. Από εκεί και πέρα ούτε ισοπεδωτικές αντιπολιτευτικές κορόνες ούτε θριαμβολογία ανταποκρίνονται στις ανάγκες των καιρών. Αυτό που απομένει είναι να ολοκληρωθεί το βήμα που έγινε και να δικαιωθούν οι μεγάλες θυσίες του ελληνικού λαού. Είναι καιρός πια», δηλώνει στον Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ κ. Γιώργος Βαρεμένος.

Η «λεκτική διατύπωση»

Η συμφωνία της 15ης Ιουνίου αφήνει έκθετους τους βουλευτές της κυβερνητικής πλειοψηφίας, που ψήφισαν ένα πακέτο νέων επώδυνων μέτρων για μισθωτούς και συνταξιούχους, ύψους 5,5 δισεκατομμυρίων ευρώ, χωρίς κανένα ουσιαστικό αντάλλαγμα. Το ζήτημα της διευθέτησης του ελληνικού χρέους, όπως ήταν αναμενόμενο, μετατίθεται για μετά τη λήξη του προγράμματος, τον Αύγουστο του 2018. Ακόμη και η δόση των 8,5 δισ. ευρώ, που εξασφάλισε η κυβέρνηση, είναι μικρότερη από τα 10 δισ. που είχε ζητήσει η χώρα, αλλά και από τα 12 δισ. που πριν από λίγες μέρες Ευρωπαίοι αξιωματούχοι εκτιμούσαν ότι θα εκταμιευτούν.

Η αντιπολίτευση θεωρεί ταπεινωτική τη δέσμευση της ελληνικής κυβέρνησης για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ μέχρι και το 2022 και για την περίοδο 2022 μέχρι και το 2060 ίσα ή μεγαλύτερα του 2%. Σε κάθε περίπτωση, η συμφωνία στο Στρασβούργο δεν μπορεί να εξασφαλίσει ένταξη της χώρας στο QE αλλά ούτε και έξοδο στις αγορές, παρότι η κυβέρνηση πανηγυρίζει για την αναφορά στην τελευταία παράγραφο της ανακοίνωσης του Eurogroup ότι «θα παράσχει στήριξη στην Ελλάδα για την επιστροφή στις αγορές».
Ο πρώην αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Τρύφων Αλεξιάδης δηλώνει στον Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής πως «υπήρχαν ήδη δεσμεύσεις από το Σύμφωνο Σταθερότητας που προέβλεπαν πλεονάσματα 2,6%, συνεπώς δεν είναι κάτι καινούργιο. Το να πας σε πλεονάσματα της τάξης του 3,5% ή 4% μέχρι το 2060 είναι κάτι εξωπραγματικό, αλλά εμείς τελικά δεσμευθήκαμε στο 2%. Υπό αυτή την έννοια, δεν είναι κάτι αρνητικό».

Η καλύτερη «λεκτική διατύπωση» που προσδοκούσε η κυβέρνηση στο θέμα του χρέους και κυρίως η «ρήτρα ανάπτυξης» για τη ρύθμιση του χρέους, που θεωρεί ότι εξασφάλισε το Μαξίμου, μπορεί να μην έχουν άμεσο ουσιαστικό αντίκρισμα, αλλά βγάζουν από το αδιέξοδο τον πρωθυπουργό, που υποστηρίζει ότι «δικαιώνεται να μην πάρει ό,τι έδωσαν στις 22 Μαΐου και να διεκδικήσει μια συνολική συμφωνία».

Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ Χρήστος Μαντάς δηλώνει στον Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής ότι «η συμφωνία στέλνει ένα ισχυρό θετικό σήμα και στους επενδυτές και στην ελληνική κοινωνία και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, δίνει τέλος στην αβεβαιότητα και αποσαφηνίζεται πλέον με διακριτό τρόπο ο οδικός χάρτης για την έξοδο της χώρας από τα Μνημόνια και την επιτροπεία».

Αναφερόμενος στο θέμα της διευθέτησης του χρέους, ο κ. Μαντάς επισημαίνει: «Κλειδί για να αξιολογήσει κάποιος αυτή την πρόοδο είναι τρία πράγματα: Οτι θα συγκροτηθεί ένας μηχανισμός, που βεβαίως, μένει να αποτυπωθεί, βασικός πυρήνας του οποίου θα είναι ότι η απομείωση του χρέους θα είναι σε αναλογία με τη ρήτρα ανάπτυξης του ΑΕΠ, διατυπώνεται με σαφήνεια ότι η περίοδος χάριτος και οι ωριμάνσεις θα φθάσουν στο βάθος της 15ετίας και επίσης η ισχυρή βούληση να ενεργοποιηθούν αναπτυξιακά εργαλεία, ανάμεσα στα οποία και η Αναπτυξιακή Τράπεζα, ώστε να δοθεί βάρος στην αναπτυξιακή προοπτική».

Αξιωματούχος της Ευρωπαϊκής Ενωσης επισημαίνει στον Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής πως το κρίσιμο για το ελληνικό ζήτημα, αυτή τη στιγμή, δεν είναι η διευθέτηση του χρέους αλλά «το διαρθρωτικό». «Η χώρα», προσθέτει η ίδια πηγή, «πρέπει να αντιμετωπίσει τις παθογένειές της. Ακόμη και διευθέτηση του χρέους να γίνει, η Ελλάδα, αν δεν αποκτήσει διαφορετικό προσανατολισμό, θα έχει ξανά τεράστιο χρέος. Οι αγορές δεν ψάχνουν να δουν πού θα καθίσει το ΔΝΤ ούτε το QE. Αυτό το οποίο τους ενδιαφέρει είναι αν η Ελλάδα ενισχύει τη θέση της στην ευρωζώνη όσο βαδίζουμε προς τη λήξη του προγράμματος», καταλήγει ο Ευρωπαίος αξιωματούχος.

Πέντε οφέλη, το νέο αφήγημα

Παρά τον επώδυνο συμβιβασμό στον οποίο υποχρεώθηκε να προχωρήσει η κυβέρνηση, το Μέγαρο Μαξίμου εκτιμά πως με την αναβολή των τριών εβδομάδων από το προηγούμενο Eurogroup εξασφάλισε 5 σημαντικά οφέλη, πάνω στα οποία θα βασιστεί και το νέο αφήγημα Τσίπρα:

1. Πέρασε το μήνυμα στην ελληνική κοινωνία πως συνεχίζει να διαπραγματεύεται σκληρά για να πετύχει ένα καλύτερο αποτέλεσμα και πως δεν πέφτει αμαχητί, όπως έκαναν οι προηγούμενες κυβερνήσεις.

2. Εφερε πιο κοντά τον κίνδυνο της χρεοκοπίας για να δείξει πως αποφύγαμε τα χειρότερα.

3. Πέτυχε μια καλύτερη διατύπωση για τη διευθέτηση του ελληνικού χρέους.

4. Εξασφάλισε την εκταμίευση 1,1 δισ. παραπάνω από το ποσό των 7,4 δισ. που απαιτούνται για τις δανειακές υποχρεώσεις της χώρας τον Ιούλιο, το οποίο θα διατεθεί για την ενίσχυση της ελληνικής οικονομίας.

5. Εξασφάλισε τη δέσμευση του Eurogroup ότι θα στηρίξει την Ελλάδα για την έξοδο στις αγορές.

«Yπήρχε μια πρόβλεψη και μια εκτίμηση ότι δεν θα υπάρχει συμφωνία και ότι θα οδηγηθούμε σε μια περίοδο κρίσης και αστάθειας. Νομίζω ότι μετά το Eurogroup έχουμε πλέον μια περίοδο σταθερότητας, έχει φύγει τελείως η κρίση από την ατζέντα και έχουμε για πρώτη φορά υιοθέτηση απόψεων, τις οποίες εμείς είχαμε προβάλει από το 2015. Δηλαδή το να συνδεθεί το χρέος με το θέμα της ανάπτυξης είναι κάτι πολύ θετικό. Εμείς θεωρούμε ότι, με δεδομένες τις συνθήκες, επιτεύχθηκε η καλύτερη δυνατή συμφωνία», δηλώνει ο κ. Αλεξιάδης και προσθέτει: «Σε πολλούς τομείς θα ήμασταν ευτυχισμένοι αν είχαμε και πιο θετικά αποτελέσματα. Αλλά αν δείτε το τι έλεγαν κάποιοι το προηγούμενο διάστημα και το τι ήθελαν στις 22 Μαΐου, είναι πλέον σαφέστατο ότι η συμφωνία αυτή είναι πολύ καλύτερη από αυτή που είχε προταθεί στις 22 Μαΐου».

Η στρατηγική

«Η στρατηγική που ακολούθησε η κυβέρνηση ήταν λάθος», παραδέχθηκε κορυφαίος υπουργός σε συνομιλητές του πριν από λίγες μέρες. Το σχόλιο αυτό αποτυπώνει ανάγλυφα το κλίμα δυσαρέσκειας που επικρατεί στο εσωτερικό της κυβέρνησης, αλλά και στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, για τον τρόπο με τον οποίο ο πρωθυπουργός χειρίστηκε τη διαπραγμάτευση και κυρίως το ζήτημα του ελληνικού χρέους. Ο κ. Τσίπρας φαίνεται πως εγκλωβίστηκε στην αυταπάτη που ο ίδιος δημιούργησε για το θέμα του χρέους.

Τον περασμένο Μάιο ο πρωθυπουργός έπεισε τους βουλευτές του να ψηφίσουν τα νέα σκληρά μέτρα λιτότητας με την υπόσχεση ότι ως αντάλλαγμα θα πάρει τη διευθέτηση του ελληνικού χρέους. Μάλιστα, είχε δηλώσει (ΑΝΤ1, 25/4/2017) πως αν η κυβέρνηση δεν πάρει λύση για το χρέος, δεν θα εφαρμόσει τα μέτρα που θα έχει ψηφίσει. «Το έχω δηλώσει ευθαρσώς και δεν φοβάμαι να το ξαναπώ. Δεν θα εφαρμοστούν, αν δεν πάρουμε τη λύση για το χρέος. Μία κυρίαρχη κυβέρνηση, δηλαδή, δεν μπορεί να παίρνει πίσω κάτι το οποίο έχει ψηφίσει αν δεν τηρείται η συμφωνία; Ή θεωρείτε ότι δεν το έχω ξανακάνει;», είχε δηλώσει με έμφαση ο κ. Τσίπρας.

Σήμερα πολλοί βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ νιώθουν εξαπατημένοι και εκτεθειμένοι διότι κλήθηκαν να ψηφίσουν το λεγόμενο «τέταρτο Μνημόνιο» και στη συνέχεια πρόσθετα προαπαιτούμενα, επί τη βάσει -όπως αποδείχθηκε- μιας ακόμη «αυταπάτης», καθώς οποιαδήποτε συζήτηση για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος μετατίθεται για μετά τον Αύγουστο του 2018, μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος.

Ο κ. Τσίπρας, που επέλεξε τη δραματοποίηση του ελληνικού ζητήματος, εμφανίστηκε την περασμένη εβδομάδα με διαφορετικές θέσεις κάθε φορά, πότε στηρίζοντας μια λύση στο Eurogroup και πότε απειλώντας με παραπομπή του ζητήματος στην Σύνοδο Κορυφής. Στην πραγματικότητα πάντως, οι απειλές για αναβολή της συμφωνίας φαίνεται πως εκτοξεύονταν κυρίως για εσωτερική κατανάλωση, καθώς, σύμφωνα με πληροφορίες, η ελληνική κυβέρνηση είχε εδώ και καιρό αποκλείσει το ενδεχόμενο της ρήξης και βασικός της στόχος ήταν να αποφύγει τις περιπέτειες και να κλείσει η αξιολόγηση στις 15 Ιουνίου.

Ο κ. Σόιμπλε άφησε αιχμές για την τακτική που ακολούθησε η κυβέρνηση, δηλώνοντας προσερχόμενος στο Eurogroup, την περασμένη Πέμπτη, ότι από τις 22 Μαΐου υπήρχε συμφωνία αλλά η ελληνική κυβέρνηση «ζήτησε άλλες τρεις εβδομάδες για επικοινωνιακούς λόγους».

Κομματικά στελέχη τού καταλογίζουν προσωπικά λάθος χειρισμούς

Με το κλείσιμο της αξιολόγησης ανοίγουν… οι πόρτες της «κολάσεως» στον ΣΥΡΙΖΑ. Παρά την προσπάθεια ωραιοποίησης της συμφωνίας από το Μαξίμου και την επικοινωνιακή επίθεση, που τις επόμενες μέρες περιλαμβάνει εξορμήσεις και ομιλίες κυβερνητικών στελεχών σε κλειστές συγκεντρώσεις στην Αθήνα και στην επαρχία, πολλοί στο κυβερνητικό στρατόπεδο θεωρούν πως με τη συμφωνία αυτή ξεπεράστηκαν πλέον όλες οι κόκκινες γραμμές και χάθηκε οποιοδήποτε ηθικό πλεονέκτημα υπήρχε μέχρι σήμερα. Για πρώτη φορά, στο κάδρο των ευθυνών μπαίνει πλέον και ο Αλέξης Τσίπρας, στον οποίο πολλά κομματικά στελέχη καταλογίζουν προσωπικά λάθος χειρισμούς στο ζήτημα της διευθέτησης του χρέους -ανεβάζοντας υπερβολικά ψηλά τον πήχυ-, αλλά και επικοινωνιακά λάθη.

«Δεν ξέρω για πόσο καιρό ακόμη θα είμαι βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ», ακούστηκε να λέει πριν από λίγες μέρες βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ που εκλέγεται σε νησί. Η δήλωση του συγκεκριμένου βουλευτή απηχεί τη θέση πολλών ακόμη κυβερνητικών βουλευτών που -για την ώρα- παρασκηνιακά εκφράζουν την πικρία και τη δυσφορία τους.
Ο πρωθυπουργός, απαντώντας στις αιτιάσεις στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ ότι ανοίγοντας το θέμα του χρέους η κυβέρνηση αυτοεγκλωβίστηκε, μιλώντας στο Υπουργικό Συμβούλιο είχε υποστηρίξει πως «κάναμε άριστα, στο βαθμό που σεβόμαστε τον εαυτό μας και δεν είμαστε υποκριτές όπως οι προηγούμενοι».

Ωστόσο, το κλίμα είναι ιδιαιτέρως βαρύ στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ και θεωρείται πολύ πιθανόν τις επόμενες ημέρες ορισμένοι βουλευτές αλλά και μέλη της Πολιτικής Γραμματείας να «απασφαλίσουν». Σε αυτούς περιλαμβάνονται και τα μέλη της ομάδας των «53+», που όλο αυτό το διάστημα, μέχρι να κλείσει η αξιολόγηση, τηρούσαν στάση αναμονής για να μη θεωρηθεί ότι υπονομεύουν τις προσπάθειες της κυβέρνησης.

Οι νέες εξελίξεις επαναφέρουν στο προσκήνιο το ενδεχόμενο του ανασχηματισμού. Σύμφωνα με πληροφορίες, το Μέγαρο Μαξίμου θεωρεί πως ο ανασχηματισμός θα ήταν ο μοναδικός τρόπος, αυτή τη στιγμή, για να υπάρξει επανεκκίνηση της κυβερνητικής μηχανής.

Την ίδια στιγμή, υπάρχουν και ορισμένα κομματικά στελέχη που εισηγούνται στον πρωθυπουργό, αμέσως μετά τις γερμανικές εκλογές, να εξεταστεί και πάλι το ενδεχόμενο πρόωρης προσφυγής στις κάλπες και μάλιστα μέσα στο φθινόπωρο, καθώς το 2018 αποτελεί… διακεκαυμένη ζώνη.

ΙΑΣΩΝ ΠΙΠΙΝΗΣ

iasonasvel@yahoo.com

 

Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου