«Υπεραποσβέσεις» προτείνει ο ΣΕΒ για να τονωθεί η οικονομία

Ενίσχυση της αναπτυξιακής διαδικασίας, μέσω του μέτρου των υπεραποσβέσεων, προτείνει ο ΣΕΒ στο τελευταίο δελτίο τύπου που εξέδωσε για την Ελληνική Οικονομία.

Το δελτίο ονομάζεται «Υπεραποσβέσεις για εδραίωση της ανάκαμψης», και μεταξύ άλλων, αναφέρει:

«Στην παρούσα συγκυρία, η ταχύτερη ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας αποτελεί προϋπόθεση για την απορρόφηση της υψηλής ανεργίας και τη σταθεροποίηση της δυναμικής των δαπανών πρόνοιας, υγείας και κοινωνικής ασφάλισης που, αν δεν αντιμετωπισθούν έγκαιρα, μπορούν να απειλήσουν την κοινωνική συνοχή της χώρας», σημειώνει ο ΣΕΒ και προσθέτει:

«Αυτό απαιτεί την ανάκαμψη του επενδυτικού ενδιαφέροντος που, όμως, προσκρούει στην χαμηλή ποιότητα του θεσμικού περιβάλλοντος και την υπερφορολόγηση της οικονομίας.Τώρα που διαφαίνονται κάποια πρώιμα σημάδια ανάκαμψης, είναι σημαντικό να ενισχυθεί η αναπτυξιακή διαδικασία μέσω και της εφαρμογής του μέτρου των υπεραποσβέσεων, σε ποσοστό π.χ. 200%.

Οι υπεραποσβέσεις έχουν το πλεονέκτημα, έναντι άλλων σχετικά πολύπλοκων και αδιαφανών επενδυτικών κινήτρων να θέτουν τα οφέλη για το δημόσιο και τις επιχειρήσεις στην ίδια πλευρά της εξίσωσης. Έτσι, και στηρίζουν αποδοτικές παραγωγικές δραστηριότητες ή/και υπηρεσίες προστιθέμενης αξίας, και διασφαλίζουν δημοσιονομική ουδετερότητα. Αυτό συμβαίνει διότι το όφελος για την επιχείρηση (η έμμεση μείωση του φόρου) προϋποθέτει την πραγματοποίηση κερδοφόρων παραγωγικών επενδύσεων. Χωρίς επενδύσεις που φέρνουν κέρδη, (άρα αυξάνουν το ΑΕΠ και τα έσοδα), το κίνητρο δεν ενεργοποιείται.

Το σημαντικότερο και πιο ποιοτικό στοιχείο της πρότασης αυτής όμως είναι ότι ευνοεί τις επενδύσεις εκείνες που συνδέονται πρωτίστως με τη βιομηχανία και τη μεταποίηση, δηλαδή με τον αναγκαίο μετασχηματισμό της οικονομίας από μια οικονομία της κατανάλωσης σε μια οικονομία της παραγωγής. Για να συμβεί αυτό χρειάζεται μια «έξυπνη φορολογική πολιτική», που θα επιβραβεύει τους σοβαρούς επενδυτές χωρίς να υπονομεύει τα έσοδα του κράτους. Υπολογίζεται ότι, με τα σημερινά δεδομένα, απαιτείται μία αύξηση των επενδύσεων στο σύνολο της οικονομίας κατά περίπου 3,5% (ήδη στο ενιάμηνο του 2016, οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου αυξήθηκαν κατά 6,1% σε πραγματικούς όρους) έτσι ώστε η εφαρμογή του μέτρου των υπεραποσβέσεων να είναι δημοσιονομικά ουδέτερη από το πρώτο έτος εφαρμογής.

Το ποσοστό αυτό αυξάνεται σε περιπτώσεις κλάδων έντασης κεφαλαίου ή χαμηλής κερδοφορίας. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το μέτρο έχει θετικά εν γένει αποτελέσματα καθώς συμβάλλει σε μία ουσιαστική τόνωση της επενδυτικής δραστηριότητας στο σύνολο της οικονομίας. Η αποτελεσματικότητα του μέτρου εξαρτάται και από τον μόνιμο χαρακτήρα του, που θα πρέπει να διασφαλιστεί και να εξειδικευτεί νομοθετικά».

Σχολιάζοντας τα τελευταία οικονομικά στοιχεία ο ΣΕΒ κάνει λόγο για «ενδείξεις ότι η οικονομία επανέρχεται σταδιακά σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης», ξεχωρίζοντας τα στοιχεία που δείχνουν αύξηση του όγκου των λιανικών πωλήσεων.

Όπως αναφέρει, αν και η αύξηση του ΑΕΠ σε ετήσια βάση στο Γ’ 3μηνο του 2016 κατά +1,8% οφείλεται εν πολλοίς στην αρνητική εξέλιξη πέρυσι (μείωση του ΑΕΠ κατά -2,2%) λόγω της αντίδρασης της αγοράς στην επιβολή περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων, στοιχεία όγκου Γ’ 3μήνου του 2016 στην μεταποίηση χωρίς πετρελαιοειδή (+4,3% έναντι +2,7% το Α’ 6μηνο του 2016), στις εξαγωγές πλην καυσίμων (+8,9% έναντι +3,1% το Α’ 6μηνο του 2016), στις λιανικές πωλήσεις (+3,8% έναντι -2,2% το Α’ 6μηνο του 2016) και στις ταξιδιωτικές εισπράξεις (-6,1% έναντι -10,5% το Α’ 6μηνο του 2016) ενισχύουν τις ενδείξεις ότι η οικονομία επανέρχεται σταδιακά σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης.
Ιδιαίτερα, η αύξηση του όγκου των λιανικών πωλήσεων χωρίς καύσιμα κατά +3,2% τον Σεπτέμβριο του 2016, έναντι -1,5% πέρυσι, εάν δεν αναθεωρηθεί προς τα κάτω, αποτελεί την σαφέστερη μέχρι σήμερα ένδειξη ότι η οικονομία επιτέλους ανακάμπτει.
Η καλή πορεία του προϋπολογισμού αποτελεί αποτέλεσμα, εκτός της πάγιας καθυστέρησης των πληρωμών του κράτους, κυρίως της αυξημένης συμμετοχής των οργανωμένων επιχειρήσεων στην καταβολή του αυξημένου ΦΠΑ καθώς και των αυξημένων φόρων εισοδήματος, ενώ αντίθετα στο δίμηνο είσπραξης του ΕΝΦΙΑ τα έσοδα κυμαίνονται πλέον στα περυσινά επίπεδα. Η αύξηση των καταθέσεων οφείλεται κυρίως σε είσπραξη επιδοτήσεων αγροτών από την Ε.Ε.

Τέλος, ο ΣΕΒ υπογραμμίζει ότι σε όλα τα προγράμματα μέχρι σήμερα, «οι δράσεις οργάνωσης του δημόσιου τομέα και καταπολέμησης της αναξιοκρατίας λαμβάνουν ιδιαίτερα χαμηλή προτεραιότητα και δεν αποτελούν κομβικά σημεία της διαπραγμάτευσης».

«Η πρόσφατη επιβεβαίωση της ποιοτικής υστέρησης του εκπαιδευτικού συστήματος στη χώρα μας από στοιχεία της Ευρ. Επιτροπής δείχνει, μέσω της υψηλής ανεργίας των νέων που μετά τις σπουδές τους αδυνατούν να βρουν απασχόληση, τη σημασία που έχει η ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχει το κράτος», αναφέρει ο ΣΕΒ και προσθέτει:

«Χωρίς ένα αποτελεσματικό κράτος η κοινωνία και η οικονομία δεν ξεπερνούν αδυναμίες όπως αυτό αποτυπώνεται στην αγορά εργασίας και τις κοινωνικές επιδόσεις. Στην Ελλάδα τα αποτελέσματα είναι καταστροφικά καθώς η ανταγωνιστικότητα επιβαρύνεται όχι μόνο από τις οργανωτικές ανεπάρκειες του κράτους αλλά και την υψηλή φορολογία που είναι αντίστοιχη χωρών που προσφέρουν δημόσιες υπηρεσίες υψηλής ποιότητας, όπως αποτυπώνονται κυρίως στην εκπαίδευση και τις υποδομές».

Σχετικά έχει ενδιαφέρον, τέλος, να επισημάνει κανείς ότι ήδη από το πρώτο μνημόνιο και σε κάθε επικαιροποίηση ή νέα συμφωνία, οι δράσεις οργάνωσης του δημόσιου τομέα και καταπολέμησης της αναξιοκρατίας λαμβάνουν ιδιαίτερα χαμηλή προτεραιότητα και δεν αποτελούν κομβικά σημεία της διαπραγμάτευσης, ενώ σχετίζονται άρρηκτα με την αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης. Την αδυναμία αυτή εστίασης στη βελτίωση της ποιότητας του κράτος, πρέπει να τονιστεί, υφίστανται και οι εκπαιδευτικοί, που παρά τις φιλότιμες προσπάθειές τους, δεν μπορούν να ξεπεράσουν τις οργανωτικές αδυναμίες του συστήματος και να προσφέρουν αυτά που θα ήθελαν να προσφέρουν, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, στα παιδιά και τους νέους».

Διαβάστε ακόμη