Ανάλυση Stratfor: «Ζεσταίνεται» η συζήτηση για άρση των ευρωπαϊκών κυρώσεων στη Ρωσία

Παρά τις μεγάλες ελπίδες στη Μόσχα για οικονομική ανακούφιση, το μέλλον των κυρώσεων εναντίον της Ρωσίας παραμένει ασαφές. Επισκεπτόμενος τη Γεωργία την περασμένη Δευτέρα -κατά τη διάρκεια περιοδείας του στις παραμεθόριες περιοχές της Ρωσίας- ο Αμερικανός γερουσιαστής Τζον Μακέιν υποσχέθηκε μια διακομματική ώθηση στο Κογκρέσο τις επόμενες εβδομάδες για επέκταση των κυρωτικών μέτρων εναντίον της Μόσχας.

Μόλις λίγες μέρες νωρίτερα, ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα επέβαλε κυρώσεις στις ρωσικές υπηρεσίες πληροφοριών για το φερόμενο ρόλο τους στην ανάμιξή τους στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές τον Νοέμβριο. Οι πολιτικοί, ωστόσο, στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν κοινή θέση για το ζήτημα. Ο εκλεγμένος πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει δεσμευθεί να αναμορφώσει τη σχέση της Ουάσιγκτον με τη Μόσχα, όταν θα αναλάβει τα καθήκοντά του στις 20 Ιανουαρίου, μια προσπάθεια που θα μπορούσε να οδηγήσει σε χαλάρωση των κυρώσεων.

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ είναι εξίσου διχασμένη για το μέλλον των δικών της κυρώσεων εναντίον της Ρωσίας. Αν και η Ενωση ψήφισε πρόσφατα την επέκταση των μέτρων, το ευρωπαϊκό πρόγραμμα θα τεθεί υπό εξονυχιστικό έλεγχο, καθώς πλησιάζει η 31η Ιουλίου, ημερομηνία λήξης του προγράμματος, και τα κράτη-μέλη συζητούν αν θα πρέπει να αναθεωρήσουν την πολιτική τους προς τη Μόσχα. Ο Σεμπάστιαν Κουρτζ, υπουργός Εξωτερικών της Αυστρίας, πηγαίνοντας στην Ανατολική Ουκρανία την Τρίτη ως ο νέος πρόεδρος του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη, δήλωσε σε πρόσφατη συνέντευξή του ότι η χώρα του θα πιέσει για τη σταδιακή άρση των κυρώσεων εναντίον της Ρωσίας. Επίσης, η αυξανόμενη διχογνωμία στη Δύση για το θέμα δεν σημαίνει τον άμεσο τερματισμό των κυρώσεων.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ, μεταξύ των μελών της Ε.Ε., οι κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας αποτελούν σημείο αντιλεγόμενο. Κράτη-μέλη, όπως η Αυστρία, η Ιταλία, η Ελλάδα και η Ουγγαρία, αμφισβητούν την αποτελεσματικότητα των μέτρων, υποστηρίζοντας ότι βλάπτει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις στη Ρωσία χωρίς κατ’ ανάγκην να βελτιώνεται η κατάσταση στην Ανατολική Ουκρανία. Οι κυβερνήσεις των χωρών αυτών επιμένουν ότι για την επίλυση της ουκρανικής σύγκρουσης η Ευρωπαϊκή Ενωση πρέπει να δημιουργήσει μια καλή σχέση με τη Μόσχα και όχι να την τιμωρεί. Παρ’ όλα αυτά, τα διαφωνούντα κράτη-μέλη τάχθηκαν με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της Ενωσης στην ψηφοφορία για την επιβολή ή την επέκταση των κυρώσεων, οι οποίες πρέπει να εγκριθούν ομόφωνα.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΟΝΤΑΣ πιέσεις από πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις, όπως τη Γερμανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, και διστάζοντας να νομιμοποιήσουν την προσάρτηση της Κριμαίας στη Ρωσία, οι χώρες αυτές επικύρωσαν τα μέτρα. Καθώς πλησιάζει η επόμενη ψηφοφορία της Ε.Ε., αναφορικά με την προσέγγιση στο ζήτημα, η Γερμανία μάλλον θα προσπαθήσει να διατηρήσει τις κυρώσεις. Αλλά χωρίς την Ουάσιγκτον στο πλευρό της, η επιρροή του Βερολίνου μπορεί να μην είναι αρκετή για να επηρεάσει τις χώρες της Ε.Ε. που διαφωνούν, προκειμένου να συνεχιστούν οι κυρώσεις. Επιπλέον, δύο από τους πιο ανυποχώρητους επικριτές της Ρωσίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση -το Ηνωμένο Βασίλειο και η Πολωνία- θα έχουν μικρότερη επιρροή στην Ενωση τον επόμενο χρόνο, λόγω του δημοψηφίσματος για το Brexit και τις αμφιλεγόμενες εσωτερικές πολιτικές της Βαρσοβίας.

ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΣΤΙΓΜΗ, η Γαλλία, μετά τις προεδρικές εκλογές τον Απρίλιο και τον Μάιο, μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμος σύμμαχος στις προσπάθειες της Αυστρίας για τη σταδιακή άρση των κυρώσεων εναντίον της Μόσχας. Οι κύριοι διεκδικητές της γαλλικής προεδρίας, εκπροσωπώντας την Κεντροδεξιά και την Ακροδεξιά, υποστηρίζουν και οι δύο τη βελτίωση των σχέσεων της Ευρωπαϊκής Ενωσης με τη Μόσχα, φαινομενικά για οικονομικούς λόγους (οι επιχειρηματικές οργανώσεις της χώρας ασκούν πιέσεις για τον τερματισμό των μέτρων). Αλλά υπάρχουν επίσης βαθύτεροι ιδεολογικοί και γεωπολιτικοί υπολογισμοί που παίζουν ρόλο: οι Γάλλοι συντηρητικοί θέλουν να επιστρέψουν σε μια γκωλική εξωτερική πολιτική στην οποία το Παρίσι θα είναι όσο το δυνατόν πιο ανεξάρτητο, καταφέρνοντας να ισορροπεί μεταξύ της Ρωσίας και της Δύσης. Από αυτή την άποψη, η σημερινή σοσιαλιστική κυβέρνηση είναι πολύ υπέρ του Ατλαντισμού. Η Ακροδεξιά, εν τω μεταξύ, θέλει η Γαλλία να είναι μια πλήρως κυρίαρχη χώρα, που δεν θα έχει την υποχρέωση να συναινεί στις αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οι Γάλλοι εθνικιστές έχουν επίσης μια ιδεολογική συγγένεια με τη Ρωσία, την οποία βλέπουν ως φάρο εθνικιστικών και χριστιανικών αξιών.

ΠΑΡ’ ΟΛΑ ΑΥΤΑ, η Γαλλία είναι απίθανο να αλλάξει δραματικά τη σημερινή εξωτερική πολιτική της, ειδικά στην περίπτωση που οι Συντηρητικοί κερδίσουν τις εκλογές, όπως δείχνουν οι περισσότερες δημοσκοπήσεις. Οι διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία δεν είναι το ίδιο με την έγκριση της προσάρτησης της Κριμαίας, την ώρα που οι εκκλήσεις για επαναπροσέγγιση με τη Μόσχα δεν συνεπάγονται την άρση των κυρώσεων, χωρίς να πάρει κάτι ως αντάλλαγμα. Ακόμα πιο σημαντικό, η Γαλλία δεν θα θέσει σε κίνδυνο τις σχέσεις της με τη Γερμανία για το ζήτημα των κυρώσεων, δεδομένου μάλιστα ότι το Παρίσι και το Βερολίνο θα αντιμετωπίσουν μεγαλύτερες μάχες στο μέλλον. Η Γαλλία πιθανότατα θα υποστηρίξει τη σταδιακή άρση των κυρώσεων ως αντάλλαγμα για μια μικρή πρόοδο στην Ανατολική Ουκρανία, αντί να απαιτήσει πλήρη και άμεσο τερματισμό στο σύστημα των κυρωτικών μέτρων.

ΑΥΤΗ Η ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ θα μπορούσε να κερδίσει τη στήριξη πολλών κυβερνήσεων που διαφωνούν με τις κυρώσεις, αλλά κατανοούν ότι είναι απίθανο να καταργηθούν σύντομα. Η Πολωνία και οι χώρες της Βαλτικής, από την άλλη πλευρά, θα εναντιωθούν στις αλλαγές στο καθεστώς των κυρώσεων, αν και μπορεί τελικά να ήταν περισσότερες. Η Γερμανία και η Γαλλία θα επικεντρωθούν πιθανότατα στην αύξηση της συνεργασίας της Ε.Ε. στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας για να καθησυχάσει τα κράτη-μέλη στα ανατολικά σύνορα της Ενωσης. Οι κυρώσεις της Ε.Ε. εναντίον της Ρωσίας θα παραμείνουν κατά πάσα πιθανότητα το πρώτο εξάμηνο του έτους, αλλά η συζήτηση για το μέλλον τους θα ενταθεί, καθώς η ημερομηνία λήξης τους πλησιάζει.

Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου της Κυριακής