Ο Πολ Ράιαν επανεξελέγη πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων στις ΗΠΑ

Ο ρεπουμπλικάνος πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Πολ Ράιαν επανεκλέχτηκε σήμερα στο αξίωμα, κάτι που θεωρείτο βέβαιο, πράγμα που σημαίνει ότι θα συνεχίσει να είναι ο ισχυρός άνδρας του Κογκρέσου και άρα θα εξελιχθεί σε προνομιακό συνομιλητή του εκλεγμένου προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.
Τα 239 μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων τάχθηκαν υπέρ της υποψηφιότητάς του ενώ 189 ψήφισαν υπέρ της δημοκρατικής Νάνσι Πελόζι. Η ψήφος των ρεπουμπλικάνων ήταν σχεδόν ομόφωνη.

Ο 46χρονος Ράιαν, που έχει περάσει το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας του στο Κογκρέσο και ήταν υποψήφιος για την αντιπροεδρία των ΗΠΑ το 2012, αναδείχθηκε στην προεδρία της κάτω Βουλής των ΗΠΑ το 2015, έπειτα από μια ανταρσία των υπερσυντηρητικών στους κόλπους της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας.

Μαζί με τον επικεφαλής των ρεπουμπλικάνων στη Γερουσία, τον Μιτς Μακόνελ, ο Ράιαν θα αναλάβει την προώθηση του ευρύτατου προγράμματος των συντηρητικών σε νομοθετικό επίπεδο. Μέχρι σήμερα, οι ρεπουμπλικάνοι συγκρούονταν με τον δημοκρατικό πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα, κάτι που ασφαλώς δεν θα αποκλιμακωθεί τις τελευταίες ημέρες της θητείας του.

Οι σχέσεις του Πολ Ράιαν με τον Ντόναλντ Τραμπ έχουν περάσει τα πάνω και τα κάτω τους. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας ο Ράιαν πήρε σαφώς αποστάσεις από τη ρητορική και τις προτάσεις του υποψήφιου Τραμπ, χαρακτηρίζοντας ορισμένες από τις δηλώσεις του «ρατσιστικές».

Αλλά η νίκη του Τραμπ μετέβαλε άρδην την κατάσταση και οι δύο άνδρες πολύ γρήγορα άφησαν κατά μέρος τις διαφορές τους και υποσχέθηκαν μια καρποφόρα συνεργασία, ιδιαίτερα για την κατάργηση του προγράμματος ασφάλισης και πρόνοιας του Μπαράκ Ομπάμα—του λεγόμενου Obamacare—καθώς και για μια μεγάλη μείωση της φορολογίας.

Το νέο Κογκρέσο που εξελέγη τον Νοέμβριο, ταυτόχρονα με τον διάδοχο του Μπαράκ Ομπάμα, ανέλαβε τα καθήκοντά του σήμερα 3η Ιανουαρίου, όπως ορίζει το Σύνταγμα. Ο Τραμπ θα ορκιστεί την 20ή Ιανουαρίου.
Οι ρεπουμπλικάνοι διαθέτουν ισχυρή πλειοψηφία τόσο στη Βουλή των Αντιπροσώπων (241 έδρες έναντι 194 των δημοκρατικών) όσο και στη Γερουσία (52 γερουσιαστές έναντι 48 των δημοκρατικών).