Ανάλυση Stratfoor: Τι θα φέρει το 2017 για την Ε.Ε.

Για την Ευρώπη, o κίνδυνος σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο δεν είναι κάτι νέο. Για χρόνια, ο εθνικισμός, ο λαϊκισμός, τα αντικρουόμενα στρατηγικά συμφέροντα, η χαμηλή οικονομική ανάπτυξη και τα υψηλά ποσοστά ανεργίας έχουν προκαλέσει ρήξη μεταξύ των μελών της Ε.Ε. Την τελευταία δεκαετία έχει απειληθεί πολλές φορές η ύπαρξη της ευρωζώνης αλλά μέχρι στιγμής έχει καταφέρει να επιβιώσει. Ωστόσο, το 2017 η κρίση στην ευρωζώνη θα μπορούσε να εισέλθει σε μια νέα, πιο επικίνδυνη φάση, όσο ο κίνδυνος αγγίζει τους μεγαλύτερους πολιτικούς και οικονομικούς «παίκτες» της.

Ο ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΟΣ κίνδυνος θα είναι εντονότερος στην Ιταλία, τη Γαλλία και τη Γερμανία. Οι εθνικιστικές δυνάμεις προετοιμάζονται για χρόνια και θα δείξουν τη δύναμή τους στις γενικές εκλογές στη Γερμανία και τη Γαλλία και, ενδεχομένως, στην Ιταλία. Και, ακόμα και αν δεν καταφέρουν να νικήσουν σε κάποιες ή όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις, η δημοτικότητα παρ’ όλα αυτά των εθνικιστών θα επηρεάσει τις αποφάσεις των ηγετών των χωρών τους, προωθώντας τον πολιτικό κατακερματισμό της Ε.Ε., αυξάνοντας τις απαιτήσεις για επιστροφή στην κυριαρχία των εθνικών κυβερνήσεων και οδηγώντας σε πιο μονομερείς ενέργειες από τα κράτη-μέλη. Η αβεβαιότητα ως προς τα πολιτικά γεγονότα σε αυτές τις βασικές χώρες θα αυξήσει επίσης τον οικονομικό κίνδυνο, ιδιαίτερα στον τραπεζικό τομέα.

ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΑ συμβεί το 2017 στη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ιταλία θα επηρεάσει όχι μόνο τις τρεις χώρες αλλά και ολόκληρη την νομισματική Ενωση. Με τις εκλογές στη Γαλλία και τη Γερμανία θα δοκιμαστεί η γαλλογερμανική συμμαχία, πάνω στην οποία ιδρύθηκε η Ε.Ε. και η οικονομική απειλή στην Ιταλία θα δοκιμάσει τη σταθερότητα της ευρωζώνης. Τους πρώτους μήνες του 2017, η Γαλλία θα είναι απασχολημένη με τις εκλογές. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η απερχόμενη κυβέρνηση δεν θα εισαγάγει σημαντικές μεταρρυθμίσεις. Το ίδιο δεν μπορεί να ειπωθεί για τη νέα κυβέρνηση, ανεξάρτητα από το ποιος θα νικήσει. Αν και οι περισσότεροι από τους υποψηφίους για την προεδρία έχουν παρόμοιες θέσεις για θέματα ασφάλειας, διαφωνούν σημαντικά σε οικονομικά θέματα. Οι ψηφοφόροι θα πρέπει να αποφασίσουν αν θέλουν προγράμματα που απορρυθμίζουν και απελευθερώνουν τη γαλλική οικονομία ή αν θέλουν επιπρόσθετο προστατευτισμό.

ΟΙ ΠΡΟΕΔΡΙΚΕΣ εκλογές, σε δυο γύρους, προγραμματισμένες για Απρίλιο και Μάιο, αντίστοιχα, θα δείξουν ότι ένας σημαντικός αριθμός ψηφοφόρων υποστηρίζει θέσεις εθνικιστικές και εναντίον της παγκοσμιοποίησης. Αυτό θα επηρεάσει τις κινήσεις της Γαλλίας, ακόμη και αν νικήσουν οι μετριοπαθείς. Η επόμενη κυβέρνηση είναι πιθανό, συνεπώς, να επιδείξει σκεπτικισμό για το ελεύθερο εμπόριο, να επικεντρωθεί στην ασφάλεια και την άμυνα και να υποστηρίξει σχέδια για την ενίσχυσή τους σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ο πρόεδρος μπορεί να αναμένεται ότι θα εισαγάγει μέτρα για τον περιορισμό της μετανάστευσης, θα πιέσει τις Βρυξέλλες για τον επανασχεδιασμό της συμφωνίας Σένγκεν και θα βελτιώσει τους ελέγχους στα σύνορα της Ε.Ε.

ΑΝ ΚΕΡΔΙΣΟΥΝ οι μετριοπαθείς, θα ζητήσουν από την ευρωζώνη την επαναφορά ορισμένων εξουσιών στα μέλη της (κάτι που θα έρθει σε σύγκρουση με τις απαιτήσεις της Γερμανίας για μια πιο απολιτική διαχείριση του κοινού νομίσματος). Η νέα κυβέρνηση πιθανόν θα πιέσει για καλύτερες σχέσεις με τη Ρωσία. Αν κερδίσει το ακροδεξιό Εθνικό Μέτωπο, η γαλλική κυβέρνηση θα εισαγάγει πιθανώς μέτρα για τον περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας αγαθών, ατόμων, υπηρεσιών και κεφαλαίων σε ολόκληρη την Ε.Ε. Μπορεί επίσης να ανακοινώσει σχέδιο για δημοψήφισμα για την έξοδο της Γαλλίας από την Ε.Ε. Και εκεί βρίσκεται το πρόβλημα για την Ε.Ε.: Το μπλοκ διαλύεται εδώ και χρόνια, αλλά χωρίς τη Γαλλία, η διάλυση είναι πιθανόν μη αναστρέψιμη.

ΕΝ ΟΨΕΙ των δικών της εκλογών τον Σεπτέμβριο ή τον Οκτώβριο, η Γερμανία θα προσπαθήσει να κρατήσει ενωμένη την Ε.Ε. Το Βερολίνο όμως θα δυσκολευτεί. Τα μέλη του κυβερνώντος συνασπισμού, που αποτελείται από κεντροδεξιούς και κεντροαριστερούς βουλευτές, θα προσπαθήσουν να απομακρυνθούν οι μεν από τους δε πριν από τις εκλογές, κατά τη διάρκεια των οποίων η κυβέρνηση στο Βερολίνο θα αποφύγει οποιεσδήποτε σημαντικές αποφάσεις για θέματα της Ε.Ε. Τα αντικρουόμενα εθνικά συμφέροντα μεταξύ των μελών της Ε.Ε. θα καταστήσουν δύσκολη τη συναίνεση μεταξύ των μελών της Ε.Ε. για τη μεταρρύθμιση της Ενωσης.

ΔΕΝ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ να αναμένονται σημαντικές μεταρρυθμίσεις σε θέματα οικονομικής φύσεως. Η Γερμανία και οι βόρειοι γείτονές της θα διαφωνούν περισσότερο απ’ ό,τι συνήθως με το Νότο ως προς τη διαχείριση της ευρωζώνης, δεδομένων των ενδημικών πολιτικών πιέσεων την περίοδο των εκλογών. Η κυβέρνηση του Βερολίνου θα παραμείνει επιφυλακτική για θέματα, όπως να παραχωρηθεί απομείωση του χρέους στην Ελλάδα ή να επιτραπεί σε μέλη της ευρωζώνης να μην πετύχουν τους στόχους για το έλλειμμα. Η Γερμανία είναι επίσης πιθανό να έρθει σε σύγκρουση με την ΕΚΤ, ειδικά αν συνεχίσει να χάνει έδαφος η υπόθεση της ποσοτικής χαλάρωσης. Η Γερμανία και οι βόρειοι γείτονές της θα υποστηρίξουν τη λήξη του προγράμματος, αν και η ΕΚΤ, υπό το πρίσμα της συνεχιζόμενης οικονομικής αδυναμίας στην περιφέρεια, μπορεί να αντισταθεί στην όποια προσπάθεια για την επίτευξη του σκοπού αυτού.

ΜΙΑ ΝΙΚΗ από τις ευρωσκεπτικιστικές δυνάμεις στη Γαλλία ή την Ιταλία θα ήταν αυτό που θα ανάγκαζε τη Γερμανία να λάβει έναν πιο αποφασιστικό ρόλο στην Ε.Ε. Αν συμβεί αυτό, το Βερολίνο θα προσπαθήσει να διατηρήσει το μπλοκ, φτάνοντας σε συμφωνία με τις αντιευρωπαϊκές κυβερνήσεις για εσωτερικές μεταρρυθμίσεις. Η κυβέρνηση ωστόσο στο Βερολίνο θα προσπαθήσει να περιορίσει τις απώλειες με τους περιφερειακούς συμμάχους της σε περίπτωση που η Ε.Ε. και η ευρωζώνη, στην πραγματικότητα, διαλυθούν.

ΟΣΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ, η πολιτική αβεβαιότητα, η χαμηλή οικονομική ανάπτυξη και τα υψηλά επίπεδα χρέους θα αυξήσουν και πάλι τα ερωτήματα για το μέλλον της τρίτης μεγαλύτερης χώρας της ευρωζώνης και για τη νομισματική ένωση ως σύνολο. Αν η Ιταλία κάνει πρόωρες εκλογές, ο φόβος για τη νίκη των αντισυστημικών δυνάμεων θα ζημίωνε τις ιταλικές τράπεζες, θα αύξανε το κόστος δανεισμού και θα δημιουργούσε πίεση στο ευρώ. Μια νίκη των ευρωσκεπτικιστών θα έβαζε την Ιταλία σε πορεία σύγκρουσης με την Ευρωπαϊκή Ενωση. Η πρώτη αντίδραση από τη Γερμανία και τα ευρωπαϊκά όργανα της Ε.Ε. θα είναι να αποτρέψουν τη νέα κυβέρνηση στη Ρώμη από το να θέσει σε δημοψήφισμα τη συμμετοχή της στην ευρωζώνη. Μακροπρόθεσμα, ωστόσο, ένα τέτοιο δημοψήφισμα δύσκολα θα αποφευχθεί. Το 2017, ως εκ τούτου, η Ιταλία θα αποτελέσει έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους για τη νομισματική ζώνη.

ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, η κυβέρνηση θα συνεχίσει να πιέζει τους πιστωτές της για πρόσθετα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, αλλά δεν θα υπάρξει μεγάλη πρόοδος στο θέμα λόγω των γερμανικών εκλογών. Με την ελάφρυνση του χρέους προσωρινά εκτός συζήτησης, η Αθήνα θα απαιτήσει χαμηλότερους στόχους για τα δημοσιονομικά πλεονάσματα, απορρίπτοντας πρόσθετες περικοπές δαπανών. Οι σχέσεις μεταξύ Αθήνας και πιστωτών θα είναι τεταμένες, αλλά θα υπάρξει περιθώριο για συμβιβασμό. Είναι υπαρκτό το ενδεχόμενο παραίτησης της ελληνικής κυβέρνησης, αν και φαίνεται απίθανο, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανάδειξη των δυνάμεων της αντιπολίτευσης καθιστά το αποτέλεσμα των πρόωρων εκλογών εξαιρετικά αβέβαιο και η κυβέρνηση δεν έχει καμία εγγύηση ότι θα μείνει στην εξουσία.

Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου της Κυριακής 

Διαβάστε ακόμη