Δύο κροίσοι κρατάνε το ταμείο των ΗΠΑ

Δύο εμβληματικές φιγούρες της Wall Street χωρίς πολιτική εμπειρία επέλεξε ο Ντόναλντ Τραμπ για να στελεχώσει τα πιο νευραλγικά ίσως υπουργεία της κυβέρνησής του, με τους αντιπάλους του να επικρίνουν τον νεοεκλεγέντα Αμερικανό πρόεδρο για την… υποκριτική προεκλογική του εχθρότητα απέναντι στην «επιχειρηματική ελίτ».
Ο ίδιος ο Τραμπ πάντως έσπευσε παράλληλα να ξεκαθαρίσει χθες ότι αποχωρεί εντελώς από τις επιχειρήσεις του για να επικεντρωθεί στη διακυβέρνηση της χώρας. Σκοπεύει να παρουσιάσει μάλιστα το σχέδιο «απεμπλοκής» του σε συνέντευξη Τύπου που θα παραχωρήσει στις 15 Δεκεμβρίου στην οποία θα είναι παρούσα και η οικογένειά του.

Ο Στίβεν Μνιούτσιν, ο νέος υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, λοιπόν, ο οποίος τον στήριξε και ως επικεφαλής του οικονομικού τμήματος στην προεκλογική εκστρατεία, εργάστηκε επί 17 ολόκληρα χρόνια σε επιτελικές θέσεις στην τράπεζα Goldman Sachs.

Στο ίδιο μήκος κύματος και ο δισεκατομμυριούχος μεγαλοεπενδυτής Γουίλμπουρ Ρος -ο «μεγιστάνας των αναδιαρθρώσεων», όπως τον αποκαλούν για την καίρια παρέμβασή του σε προβληματικές τράπεζες της ευρωζώνης, ανέλαβε το υπουργείο Εμπορίου, ενώ σημειωτέον… διαθέτει –μεταξύ άλλων– το πλειοψηφικό πακέτο της Τράπεζας Κύπρου και μερίδιο μετοχών στη Eurobank.

Η επιλογή του, σύμφωνα με τους αναλυτές, αποτελεί ξεκάθαρο μήνυμα για τις προθέσεις του ως προς την ευρεία μείωση της εταιρικής φορολογίας, την αναδιαπραγμάτευση των διεθνών εμπορικών συμφωνιών, αλλά και τη «χαλάρωση» των χρηματοπιστωτικών κανονισμών. Ποιος είναι λοιπόν ο νέος τσάρος της αμερικανικής οικονομίας που θα κληθεί να εφαρμόσει το πρόγραμμα Τραμπ;

Ο 53χρονος Μνιούτσιν –με περιουσία που υπολογίζεται στα 40 εκατομμύρια δολάρια– εγκατέλειψε τη Goldman Sachs το 2002, όταν ίδρυσε την επενδυτική εταιρεία Dune Capital Management, μέσω της οποίας επένδυσε σε ταινίες των κινηματογραφικών εταιρειών 20th Century Fox και Time Warner Inc, μεταξύ των οποίων: «Avatar», «Mad Max», «X-Men».

Το 2008 αγόρασε την τράπεζα IndyMac έναντι 1,6 δισ. δολαρίων όταν χρεοκόπησε, τη μετονόμασε σε OneWestBank και έκτοτε μετονομάστηκε σε «βασιλιάς των κατασχέσεων», καθώς πλήθυναν οι εξώσεις των Αμερικανών που είχαν δυσκολίες να αποπληρώσουν τα στεγαστικά τους δάνεια. Το 2011, μάλιστα, σύμφωνα με το Bloomberg, μία ομάδα εξαγριωμένων ιδιοκτητών ακινήτων τον υποδέχθηκε στον κήπο της έπαυλής του στο Μπελ Ερ.

«Πρόκειται για ένα χαστούκι στο πρόσωπο των ψηφοφόρων που πίστεψαν ότι ο Τραμπ θα ταρακουνήσει την Ουάσιγκτον» είπε ο εκπρόσωπος της Εθνικής Επιτροπής των Δημοκρατικών Ανταμ Χοτζ.

Ο 78χρονος Ρος, τέλος, πρόεδρος τις επενδυτικής εταιρείας «W.L. Ross & Co», έχει περιουσία που ξεπερνάει τα 2,7 δισ. δολάρια, σύμφωνα με το Forbes, την οποία συγκέντρωσε εν μέρει εξαγοράζοντας προβληματικές εταιρείες, χαλυβουργίες, κλωστοϋφαντουργίες και ανθρακωρυχεία ανάμεσά τους.

Σύμφωνα με τον αμερικανικό Τύπο συμμετείχε ενεργά στη χάραξη της προεκλογικής στρατηγικής του Τραμπ, καταγγέλλοντας τη Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου Βόρειας Αμερικής, αλλά και την είσοδο της Κίνας στον ΠΟΕ, δύο εξελίξεις που, σύμφωνα με τη γνώμη του, οδήγησαν στην αποβιομηχάνιση των ΗΠΑ.

Νατάσα Παυλοπούλου,

npavlopoulou@e-typos.com

Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου