Στα…χαρακώματα της Μπουμπουλίνας

Ενας κλασικός προβληματισμός στον καλλιτεχνικό κόσμο είναι αν πρέπει να γίνεται υπουργός Πολιτισμού ένας «δικός» τους. Πολλοί υποστηρίζουν πως οι καλλιτέχνες δεν έχουν το στομάχι που χρειάζεται για να διαχειριστούν δημόσιες καταστάσεις, υπαλλήλους, χαρτούρες, δεν γνωρίζουν το διοικείν δηλαδή.

Γράφει η Δέσποινα Κονταράκη*

Aλλοι, πάλι, θεωρούν πως μόνο κάποιος που έχει ιδρώσει πάνω στη σκηνή μπορεί να κατανοήσει την ιδιαίτερη φύση ενός επαγγέλματος που είναι ταυτόχρονα τρόπος ζωής και σκέψης. Με αυτές τις θεωρίες περνούν τα χρόνια και οι υπουργοί μέχρι που εμφανίζεται κάποιος στην οδό Μπουμπουλίνας που διαψεύδει και τους δύο: Oπως η Λυδία Κονιόρδου, που μέσα σε ελάχιστους μήνες απέδειξε πως αρκεί να είσαι τόσο κομματικά στρατευμένος, ώστε να μη σε σώζει τίποτα. Ούτε η καλλιτεχνική φύση σου ούτε οι διοικητικές σου ικανότητες ούτε καν η πνευματική σου αύρα.

Η υπουργός Πολιτισμού επιχείρησε μέσα από μια συλλυπητήρια δήλωση να καπελώσει έναν από τους δημοφιλέστερους Eλληνες τραγουδοποιούς, τον Λουκιανό Κηλαηδόνη. Ξεκίνησε από τα χρόνια της δικτατορίας για να φτάσει και να εξυμνήσει τη στάση του στο δημοψήφισμα του ΣΥΡΙΖΑ και στην «προπαγάνδα των κυρίαρχων ΜΜΕ» και να καταλήξει υπενθυμίζοντας στους Eλληνες πολίτες πως καταγόταν από αριστερή οικογένεια και δεν πρόδωσε ποτέ την Αριστερά. Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, δηλαδή, ήταν ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό ήταν το μήνυμα και, αν δεν το καταλάβαμε, θα το επαναλάβει όσες φορές χρειάζεται.

Οι αντιδράσεις ήταν εύλογες, κάποιες μάλιστα, όπως του Πέτρου Τατσόπουλου, να ήταν και ακραίες. Αλλά είναι προφανές ότι ένας θάνατος δεν μπορεί να γίνεται αντικείμενο κομματικής εκμετάλλευσης και προπαγάνδας. Γιατί αυτό έκανε η κ. Κονιόρδου με την ανακοίνωσή της. Προπαγάνδα υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ, γνωρίζοντας μάλιστα ότι θα περάσει σε όλα τα «κυρίαρχα ΜΜΕ». Αυτά στα οποία έδινε συνεντεύξεις και τα οποία φιλοξενούσαν γενναιόδωρα τις θεατρικές παραστάσεις της.

Το έλλειμμα όμως της υπουργού Πολιτισμού μάλλον είναι ευρύτερο. Από τον Νοέμβριο που ανέλαβε τα ηνία του υπουργείου τίποτα ουσιαστικό δεν έχει ανακοινωθεί ή γίνει. Μήπως τρεισήμισι μήνες μετά ακόμα ενημερώνεται; Οι δημοσιογράφοι που καλύπτουν τα πολιτιστικά αναρωτιούνται τι γίνεται με το θερινό ωράριο στα μουσεία, με τα πωλητήρια του ΤΑΠ, με το ηλεκτρονικό εισιτήριο. Ανακοίνωσε, βέβαια, ένα πιλοτικό φεστιβάλ έπειτα από «γόνιμη συνάντηση με 60 πολιτιστικούς φορείς που κράτησε τεσσερισήμισι ώρες». Αυτό, πάλι, που μετρούν πόσες ώρες κράτησε μια σύσκεψη ή μια διαπραγμάτευση είναι φαίνεται συνήθεια στον ΣΥΡΙΖΑ.

Φάουλ όμως της καταλογίζουν και στην απόφαση της δωρεάς του Μουσείου Φοίβου Ανωγειανάκη στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, που παραβιάζει τη βούληση του δωρητή, η οποία ήταν να παραμείνει το μουσείο στο υπουργείο Πολιτισμού. Οι άμεσα εμπλεκόμενοι δηλώνουν άγνοια, η αντιπολίτευση το καταγγέλλει ως αντισυνταγματικό, αλλά το ΥΠΠΟ επιμένει ατάραχο πως η επίμαχη διάταξη θα επανέλθει.

Το υπουργείο Πολιτισμού σε μια χώρα όπως η Ελλάδα δεν είναι εύκολη υπόθεση. Το έχουν καταλάβει πολύ καλά όσοι αναμετρήθηκαν με τη θέση αυτή, ακόμα και πρωθυπουργοί, όπως ο Κώστας Καραμανλής και ο Αντώνης Σαμαράς, ή πρωτοκλασάτα στελέχη, όπως η Ντόρα Μπακογιάννη, ο Ευάγγελος Βενιζέλος και ο Θεόδωρος Πάγκαλος. Αλλοι περισσότερο, άλλοι λιγότερο και άλλοι καθόλου επιτυχημένοι, εξαρτάται από την έννοια που δίνει κάποιος στις λέξεις «επιτυχία» και «πολιτισμός». Μερικοί το είδαν ως ένα ασφαλές καταφύγιο σε μια κυβέρνηση που γρονθοκοπείται οικονομικά, άλλοι ως τιμωρία, μερικοί ως πρόκληση να αλλάξουν πράγματα και καταστάσεις και κάποιοι ως κομματικό προπύργιο. Ελάχιστοι, πάντως, κατάφεραν το δυσκολότερο, να γνωρίσουν την αποδοχή, όπως η σαρωτική Μελίνα Μερκούρη.

«Γενικά, δεν έχουμε ευτυχήσει σε αυτή τη χώρα με τους υπουργούς Πολιτισμού. Για να μιλάμε έντιμα. Λίγες φορές υπήρξαν υπουργοί που να είχαν σχέση με το αντικείμενο. Η Μελίνα Μερκούρη ήταν τέτοια κλασική περίπτωση. Οι περισσότεροι δεν είχαν καν όραμα. Νομίζω ότι και εγώ ήμουν μια τέτοια περίπτωση», έλεγε πρόσφατα σε συνέντευξή του ο Θάνος Μικρούτσικος, αδικώντας τον εαυτό του, αφού το πέρασμά του από το υπουργείο είχε θετικό πρόσημο, αλλά αποτυπώνοντας ταυτόχρονα μια πικρή αλήθεια.

Η σημερινή, πάντως, υπουργός Πολιτισμού δεν δείχνει καμία διάθεση αυτοκριτικής. Ισως γιατί, όπως έχει δηλώσει η ίδια, δεν θυμάται ποτέ να πρόδωσε τον εαυτό της. «Είμαι, συνεπώς, αμετανόητη», λέει. Ισως αυτό να φταίει.

*Η Δέσποινα Κονταράκη είναι αρχισυντάκτρια του Ελεύθερου Τύπου

Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου της Κυριακής