05/02/17 • 15:23 | UPD 05/02/17 • 15:25

Η επιχειρηματολογία Τραμπ ενισχύει την αβεβαιότητα στην Ευρωπαϊκή Ενωση

Ο πρόεδρος Τραμπ άρχισε να μετατρέπει τις προεκλογικές του δεσμεύσεις σε κυβερνητικό πρόγραμμα. Παίρνει πρωτοβουλίες οι οποίες μπορεί να θεωρούνται αμφιλεγόμενες από τους περισσότερους Ευρωπαίους πολίτες είναι όμως συνεπείς με τις προεκλογικές του δεσμεύσεις και στηρίζονται, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, από τη σχετική ή και την απόλυτη πλειοψηφία των Αμερικανών πολιτών.

Γράφει ο Γιώργος Κύρτσος*

Την περασμένη εβδομάδα ο πρόεδρος Τραμπ και οι συνεργάτες του έκαναν τρεις εντυπωσιακές κινήσεις.

Πρώτον, απαγόρευσαν για ένα διάστημα ενενήντα ημερών την είσοδο προσφύγων και μεταναστών που προέρχονται από επτά μουσουλμανικές χώρες, μεταξύ των οποίων η Συρία, το Ιράκ και η Λιβύη.

Το σχετικό προεδρικό διάταγμα αποσκοπεί στην αντιμετώπιση της ισλαμικής τρομοκρατίας. Οι πολιτικοί αντίπαλοι του Αμερικανού προέδρου επισημαίνουν ότι η απαγόρευση παραβιάζει το Διεθνές Δίκαιο και το αμερικανικό Σύνταγμα ενώ ενισχύει τη διάσταση μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων, στην οποία τόσα έχει επενδύσει η ισλαμική τρομοκρατία. Υπογραμμίζουν επίσης ότι τα τρομοκρατικά χτυπήματα που έχουν δεχθεί οι ΗΠΑ από φανατικούς ισλαμιστές είχαν σχέση με πολίτες του Λιβάνου, της Αιγύπτου και της Σαουδικής Αραβίας, χώρες που δεν περιλαμβάνονται στη μαύρη λίστα του προέδρου Τραμπ.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξέφρασαν την αντίθεσή τους στις επιλογές του νέου προέδρου των ΗΠΑ οι οποίες μπορεί να ευνοούν τα πολιτικά σχέδια δεξιών ευρωσκεπτικιστών και ακροδεξιών αντιευρωπαίων που εναντιώνονται στην υποδοχή προσφύγων και μεταναστών στην Ε.Ε.

Δεύτερον, ο πρόεδρος Τραμπ επέμεινε ότι οι ΗΠΑ δεν θα δεχθούν μεγάλα εμπορικά ελλείμματα σε βάρος τους και μπορεί να φτάσουν στην επιβολή δασμών στις εισαγωγές από το Μεξικό για να χρηματοδοτήσουν με αυτόν τον τρόπο το τείχος που θα χωρίζει τις δυο χώρες σε μήκος χιλιάδων χιλιομέτρων και θα αποτρέπει την παράνομη μετανάστευση.

Οι δηλώσεις κατά των χωρών που έχουν μεγάλο εμπορικό πλεόνασμα στις συναλλαγές τους με τις ΗΠΑ και ειδικά του Μεξικού συνοδεύτηκαν από την απόσυρση των ΗΠΑ από τη συμφωνία εμπορικής και οικονομικής συνεργασίας χωρών του Ειρηνικού, στην οποία ο πρόεδρος Ομπάμα είχε επενδύσει πολλά προκειμένου να ανακόψει την ενίσχυση της κινεζικής επιρροής στην περιοχή. Ο δυναμισμός του κ. Τραμπ σε ζητήματα διεθνούς εμπορίου μπορεί να οδηγήσει στην ενίσχυση του προστατευτισμού μέσα από μια αλυσίδα μέτρων και αντιμέτρων κι έτσι να σταθεί εμπόδιο στην ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας και στη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης.

Μεξικανική παγίδα

Το πέρασμα από τη θεωρία στην πράξη θα είναι δύσκολο για τον πρόεδρο Τραμπ. Για παράδειγμα, καταγγέλλει το πλεόνασμα 60 δισ. δολαρίων που έχει το Μεξικό στις εμπορικές συναλλαγές του με τις ΗΠΑ, αποφεύγει όμως να αναφερθεί στην οικονομική αλληλεξάρτηση των δυο χωρών στο πλαίσιο της Βορειοαμερικανικής Συμφωνίας Ελευθέρου Εμπορίου (NAFTA).

Το διμερές εμπόριο μεταξύ Μεξικού και ΗΠΑ κινείται αρκετά πάνω από τα 500 δισ. το χρόνο, 6 εκατ. θέσεις απασχόλησης στις ΗΠΑ εξαρτώνται από την αγορά του Μεξικού, 11 εκατ. Μεξικανοί εργάζονται στις ΗΠΑ εκ των οποίων τα 5 εκατ. δεν έχουν εξασφαλίσει τη νόμιμη παραμονή τους στη χώρα, 27 δισ. δολάρια ήταν το συνάλλαγμα που έστειλαν το 2016 οι Μεξικανοί των ΗΠΑ στους συγγενείς και στους φίλους τους στο Μεξικό.

Οι επικεφαλής των αμερικανικών πολυεθνικών αντιδρούν ήδη στους περιορισμούς για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες και στις δηλώσεις Τραμπ κατά του Μεξικού και υπέρ του προστατευτισμού γιατί εκτιμούν ότι μπορεί να δημιουργηθεί ένα διεθνές οικονομικό περιβάλλον στο οποίο δεν θα μπορούν να λειτουργούν αποτελεσματικά. Η παγκοσμιοποίηση πρόσφερε στα αμερικανικά συμφέροντα περισσότερες και σημαντικότερες ευκαιρίες από τα προβλήματα που δημιούργησε.

Συνάλλαγμα

Η τρίτη πρωτοβουλία που πήραν ο πρόεδρος Τραμπ και οι συνεργάτες του έχει σχέση με τις συναλλαγματικές ισοτιμίες και προκάλεσε, δικαιολογημένα, την αντίδραση του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου κ. Τουσκ και άλλων παραγόντων.

Στην αντίληψη της νέας αμερικανικής διοίκησης το ευρώ είναι μια συγκαλυμμένη μέθοδος υποτίμησης του γερμανικού νομίσματος για να αποκτήσει η Γερμανία τη δυνατότητα να επιτυγχάνει εμπορικά πλεονάσματα ρεκόρ. Ο πρόεδρος Τραμπ θέλει να ορίσει πρέσβη των ΗΠΑ στην Ε.Ε. έναν ακαδημαϊκό ο οποίος τάσσεται ανοιχτά κατά του ευρώ και προβλέπει τη διάλυση της ευρωζώνης.

Είναι γνωστό ότι την ισοτιμία του ευρώ έναντι του δολαρίου δεν την προσδιορίζει η γερμανική κυβέρνηση αλλά η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με τη νομισματική πολιτική που ακολουθεί. Είναι επίσης γνωστό ότι ο πρόεδρος της ΕΚΤ κ. Ντράγκι βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τη γερμανική κυβέρνηση και την Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Γερμανίας οι οποίες ζητούν μια πιο περιοριστική νομισματική πολιτική για να αυξηθούν τα επιτόκια καταθέσεων και να ενισχυθεί η ισοτιμία του ευρώ.

Επομένως, η επιχειρηματολογία του προέδρου Τραμπ και των συνεργατών του, στο συγκεκριμένο θέμα, δεν έχει σχέση με την ευρωπαϊκή πραγματικότητα, απλά δείχνει την κακή πολιτική τους διάθεση έναντι της ευρωζώνης και της οικονομικά ισχυρότερης χώρας μέλους, της Γερμανίας.

Πολιτική πρόκληση

Η πολιτική ομάδα του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, οι Σοσιαλιστές και οι σύμμαχοί τους και η πολιτική ομάδα των Φιλελευθέρων ασκούν ιδιαίτερα έντονη κριτική στις πρωτοβουλίες του προέδρου Τραμπ. Υποστηρίζουν μάλιστα ότι ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Γιούνκερ δεν πρέπει να δεχθεί ως πρέσβη των ΗΠΑ στις Βρυξέλλες μια προσωπικότητα που τάσσεται δημόσια υπέρ της διάλυσης της ευρωζώνης.

Οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις στην Ε.Ε. προσπαθούν να επιτύχουν μια λεπτή ισορροπία μεταξύ καταδίκης συγκεκριμένων πρωτοβουλιών του προέδρου Τραμπ και διατήρησης ενός όσο το δυνατόν καλύτερου επιπέδου στις σχέσεις μεταξύ Ε.Ε. και ΗΠΑ. Από τη μια θέλουν να απαξιώσουν την επιχειρηματολογία Τραμπ η οποία είναι σε πολλές περιπτώσεις στα μέτρα των δεξιών ευρωσκεπτικιστών και των ακροδεξιών αντιευρωπαίων και από την άλλη αναγνωρίζουν τη σημασία της συνέχισης της καλής συνεργασίας με τις ΗΠΑ.

Πρόκειται για μια άσκηση πολιτικής ισορροπίας με αβέβαιο αποτέλεσμα σε μια περίοδο κατά την οποία θα πραγματοποιηθούν κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις στην Ε.Ε. Σε έξι εβδομάδες έχουμε βουλευτικές εκλογές στην Ολλανδία με πιθανότερο αποτέλεσμα την ενίσχυση της άκρας Δεξιάς και τη μεγάλη πτώση του Εργατικού Κόμματος, στο οποίο ανήκει και ο σημερινός υπουργός Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup κ. Ντάισελμπλουμ. Τον Απρίλιο έχουμε τον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών στη Γαλλία με όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά εφόσον ο προεδρικός υποψήφιος της Κεντροδεξιάς κ. Φιγιόν κινδυνεύει με πολιτική απαξίωση εξαιτίας της αποκάλυψης ότι είχε εξασφαλίσει επί σειρά ετών αργομισθία στη σύζυγό του, στο βουλευτικό του γραφείο. Ακόμη και το αποτέλεσμα των γερμανικών βουλευτικών εκλογών, που θα πραγματοποιηθούν τον επόμενο Σεπτέμβριο, δείχνει κάπως αβέβαιο εφόσον οι Χριστιανοδημοκράτες της κ. Μέρκελ εξακολουθούν να έχουν άνετο προβάδισμα με ένα ποσοστό της τάξης του 35%, δέχονται όμως μεγάλη πίεση από τα δεξιά τους, από την Εναλλακτική για τη Γερμανία, η οποία καταγράφει ποσοστά της τάξης του 11%, ενώ το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, υπό τον κ. Σουλτς, έχει κερδίσει πόντους, έχει ανέβει στο 26% και βρίσκεται σε αναζήτηση συμμάχων προκειμένου να μην κυριαρχήσουν οι Χριστιανοδημοκράτες και στην επόμενη κυβέρνηση συνασπισμού.

Οι επιλογές Τραμπ προκαλούν μεγαλύτερη αβεβαιότητα στην Ε.Ε. απ’ ό,τι η διαδικασία του Brexit και θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι τα τέλη του 2017 για να δούμε αν υπάρχουν οι πολιτικές προϋποθέσεις για την επανεκκίνηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η κυβέρνηση Τσίπρα έχασε πολύτιμο χρόνο στο κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης του τρίτου προγράμματος-Μνημονίου, δεν ανέλυσε σωστά τις ευρωπαϊκές και τις διεθνείς εξελίξεις και τώρα βρίσκεται παγιδευμένη μεταξύ οικονομικής και διαπραγματευτικής αδυναμίας και ευρωπαϊκής αβεβαιότητας λόγω Τραμπ.

Ο Γιώργος Κύρτσος είναι Ευρωβουλευτής της Ν.Δ.

Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου της Κυριακής

Δημοφιλή